Η Πελαγία απολάμβανε το προφιτερόλ της καθισμένη στο παγκάκι με θέα τη λίμνη. Περαστικοί βόλταραν πάνω κάτω, πιο πέρα τα καραβάκια πήγαιναν επισκέπτες στο νησάκι κι απέναντι ήταν οι άμαξες με τα άλογα που περίμεναν για παραμυθένιες βόλτες γύρω από το κάστρο και τη λίμνη. Ο καιρός ανοιξιάτικος. Η Πελαγία κάθε φορά που είχε άγχος ή στεναχώρια ή κούραση ή μελαγχολία ξέσπαγε σε γλυκά. Έφτιαχνε και η ίδια αλλά φυσικά σαν τα γλυκά των ζαχαροπλαστείων δεν ήταν. Σήμερα την αναστάτωσε η μάνα της…από το τηλέφωνο. Πάλι γκρίνιαζε που δεν είχε ακόμα παντρευτεί και δεν είχε ακόμα κάνει παιδιά και «πότε επιτέλους θα έχω ένα εγγόνι να σε βοηθήσω να το μεγαλώσεις; Τώρα που μπορώ, γιατί αν το κάνεις σε δέκα χρόνια δεν εγγυώμαι ότι θα έχω δυνάμεις να τρέχω από πίσω του».
Ουφ. Τι πίεση. Ακόμα δεν είχε βρει κατάλληλο άντρα κι έπρεπε να σκεφτεί και για παιδιά; Ε δεν την πήραν και τα χρόνια. 35 χρονών ήταν, φιλόλογος. Έκανε ιδιαίτερα και φυσικά έκανε τα χαρτιά της κάθε χρόνο για αναπληρώτρια εκεί γύρω, χωρίς επιτυχία… δεν ήθελε να φύγει μακριά από τα Γιάννενα. Της άρεσε η πόλη αυτή. Κι ας είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στην Αθήνα. Σπούδασε στα Γιάννενα, πολύ δύσκολη η σχολή της Φιλολογίας εδώ, απαιτητικοί οι καθηγητές και ειλικρινά αν δεν ήταν η πρώτη της επιλογή θα τα είχε παρατήσει από το πρώτο εξάμηνο. Τώρα τελείωσε και το μεταπτυχιακό της στην ειδική αγωγή. Ήταν σκεπτική για το αν της αρέσει να δουλεύει με μαθησιακές δυσκολίες αλλά τι στο καλό, ένα χαρτί παραπάνω δεν βλάπτει ποτέ. «Παρ’ το, κάπου θα χρησιμεύσει» της είπε κι η μητέρα της. Ήταν της μόδας η ειδική αγωγή τα τελευταία χρόνια και ίσως τώρα βρει δουλειά από Σεπτέμβρη. Μόλις είχε κάνει τα χαρτιά της για αναπληρώτρια ειδικής αγωγής. Ήλπιζε να βρει κάποια θέση σε τμήμα ένταξης... Προς το παρόν χαιρόταν το ηλιοβασίλεμα στη λίμνη με τα ζεστά χρώματα στα σύννεφα να φωτίζουν την ψυχή της. Η καλύτερη ώρα της ημέρας, η πιο γλυκιά!, σκέφτηκε λιώνοντας τη τελευταία μπουκιά της λαχταριστής σοκολάτας από το προφιτερόλ στο στόμα της.
Ήταν Κυριακή και καμία φίλη της δεν ήταν διαθέσιμη καθώς είχαν βγει είτε με τον σύντροφό τους είτε με τον άντρα τους. Μόνο αυτή ήταν αδέσμευτη. Ελεύθερη κι ωραία, παρηγοριόταν η Πελαγία. «Πελαζί! Πού είσαι κούκλα μου;», την έβγαλε από τις σκέψεις η καλύτερή της φίλη, η Άννα που ερχόταν με το αγόρι της. «Πάλι γλυκό έτρωγες;», είπε βλέποντας το μπολάκι και το κουταλάκι. «Τι τυχερή που δεν βάζεις γραμμάριο!», της πέταξε τη φιλοφρόνηση με ζήλεια. Η Άννα ήταν με καμπύλες πάνω από 70 κιλά με όμορφο, νεανικό πρόσωπο. Συνοδευόταν από τον Μάκη, έναν κούκλο μετρίου αναστήματος γυμνασμένο. Γνωρίστηκαν στο γυμναστήριο. Η Άννα είχε πάει για πιλάτες και αυτός για τα όργανα. Η Άννα μπήκε κατά λάθος στα αποδυτήρια των αντρών τη στιγμή που άλλαζε ο Μάκης μπλούζα. Θα πρέπει να τον έκανε χάζι αρκετά δευτερόλεπτα γιατί αυτός ενώ ενοχλήθηκε στην αρχή, μετά της χαμογέλασε και την ρώτησε αν θέλει κάτι. Η Άννα δε μάσησε τα λόγια της, «Θέλω» του είπε. «Θέλω να βγούμε για έναν καφέ». Αυτό ήταν. Είναι μαζί 6 μήνες τώρα.
«Έλα μαζί μας, θα πάμε για τσιπουροκατάσταση». Η Πελαγία δεν ήταν του τσίπουρου, αποφάσισε ότι θα έπινε κρασί, γιατί να κακοκαρδίσει τη φίλη της; «Οκ! Πάμε». Περπατούσανε μιλώντας οι δυο φίλες μπροστά κι ο Μάκης δυο βήματα πιο πίσω. «Γλώσσα δεν βάλατε μέσα, λες και έχετε να βρεθείτε βδομάδες, κάθε μέρα σχεδόν μιλάτε στο viber». «Ε τώρα τα λέμε και από κοντά!» είπαν γελώντας ανάλαφρα. Έκατσαν σε ένα τσιπουράδικο στον πεζόδρομο της παλιάς πόλης. Η βραδιά κυλούσε ήρεμα και με τα αστεία της Άννας περνούσαν ευχάριστα. Ώσπου ο σερβιτόρος φέρνοντας ένα μπουκάλι νερό που είχαν ζητήσει, κάνει μια άγαρμπη κίνηση και του πέφτει θεαματικά ο δίσκος με τις παραγγελίες του διπλανού τραπεζιού στο κεφάλι της Πελαγίας. Η Πελαγία ήταν σαν βρεγμένη γάτα λουσμένη από την κορφή ως τα νύχια με λευκό κρασί. Η Άννα κι ο Μάκης δεν ήξεραν τι να πρωτοκάνουν, να γελάσουν με το σκηνικό, να θυμώσουν με τον σερβιτόρο ή να συμπαρασταθούν στην φίλη τους; Η Πελαγία ήθελε απλά να βάλει τα κλάματα. Ο σερβιτόρος απολογούταν συνεχώς και μετά από λίγο ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού ζήτησε κι αυτός συγνώμη και κέρασε την Πελαγία το κόκκινο ημίγλυκο κρασί που έπινε. Η βραδιά έληξε άδοξα για την Πελαγία με τους φίλους της να την παρηγορούν λέγοντας της «Γούρι! Γούρι!». Πουθενά δεν έβλεπε γούρι αυτή. Όλα στραβά της πήγαιναν. Στο δυαράκι που νοίκιαζε χώθηκε γρήγορα στην ντουζιέρα να βγάλει από πάνω της τη μυρωδιά του κρασιού. Το νερό παράσερνε και τα δάκρυά της. Μα όπως είπε και η Σκάρλετ στο Όσα παίρνει ο άνεμος «Αύριο είναι μια καινούρια μέρα…».
Συνέχισε τα ιδιαίτερα κι ήρθε το καλοκαίρι με την Πελαγία να πηγαίνει μονοήμερες στις υπέροχες παραλίες της Πρέβεζας με τις φίλες της. Ανυπομονούσε να βγουν οι πίνακες ειδικής αγωγής και πραγματικά όταν βγήκαν αναπτερώθηκαν οι ελπίδες της. Τον Αύγουστο έμαθε ότι την πήραν αναπληρώτρια στην Άρτα. Πήρε τηλέφωνο χαρούμενη τη μητέρα της η οποία όμως άρχισε πάλι την γκρίνια, και πώς θα πηγαινοέρχεσαι; Και καλύτερα να νοικιάζεις στην Άρτα. Η Πελαγία πελάγωσε. Και φυσικά έφτιαξε στα γρήγορα ένα mug cake σοκολάτας. Να γλυκαθεί λίγο. Πήρε τηλέφωνο την Άννα για να βρεθούν. Η Άννα τη συμβούλεψε να δοκιμάσει το πήγαινε έλα στην αρχή με κάποιο γκρουπ και βλέποντας και κάνοντας. Αυτό θα έκανε. Θα έβρισκε γκρουπ. Έδωσε το τηλέφωνό της στα γραφεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας και περίμενε μέχρι να ξεκινήσει η δουλειά μήπως βρεθεί κάποιος. Κι έτσι κι έγινε...
Η συνέχεια στο Δεύτερο Μέρος, στην αμέσως επόμενη ανάρτηση.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου