Ψυχο-Λογοτεχνήματα (Μαρία Καλαϊτζάκη): Μαΐου 2026

15 Μαΐου 2026

Ροζ τριαντάφυλλο

 

     



     Μόλις σχόλασε, προχώρησε για εκεί που είχε παρκάρει.

  Κι εκεί στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου της είδε μια μικρή ανθοδέσμη με ένα ροζ τριαντάφυλλο! Χαμογέλασε, ήξερε ότι ήταν από τον άντρα της. 

    Της άρεσε αυτή η γλυκιά κίνηση. Την είχε ξεκινήσει πριν λίγους μήνες η ίδια, αφήνοντας κάτω από τους υαλοκαθαριστήρες του ένα σημείωμα με λόγια αγάπης. Και ο σύζυγός της, συνέχισε την δικιά τους παράδοση είτε με χαρτάκια με ωραία λόγια είτε με τριαντάφυλλα. 

    Μια υπενθύμιση ότι σκέφτεται ο ένας τον άλλον, ότι παρά τη ρουτίνα τους και τα πολλά χρόνια γάμου τους, εκτιμάνε ο ένας τον άλλον ακόμα. Τον πήρε αμέσως τηλέφωνο και τον ευχαρίστησε για την έκπληξη. 

   Μετά, η πριγκίπισσα -γιατί έτσι ένιωσε για λίγο- μεταμορφώθηκε σε παραδουλεύτρα φτάνοντας σπίτι και τρέχοντας να προλάβει καθαριότητα μπάνιου, πλυντήρια ρούχων, φαγητό για όλους και καθάρισμα κουζίνας. 

     Το τριαντάφυλλο μπήκε στο βάζο και ήταν εκεί πάντως, να της θυμίζει (μέχρι να αρχίσει να μαραίνεται) ότι η σχέση τους θέλει κι αυτή φροντίδα για να παραμένει ανθισμένη.



 Ψυχο-Λογοτεχνήματα (Μαρία Καλαϊτζάκη), 2026


08 Μαΐου 2026

Χυμός καρπούζι



     Τεράστια κύματα πλακώνουν το χωριό, φτάνουν μέχρι το σπίτι τους, τσουνάμι εξωπραγματικό έρχεται να ξεκάνει τον τόπο. Η Καίτη ξυπνάει κάθιδρη. Βρίσκεται στο χωριό για διακοπές με τους δικούς της αλλά περνάει βαρετά. Το αίμα της βράζει και δεν αντέχει άλλο να κάθεται στην αυλή του σπιτιού τους χωρίς να κάνει κάτι. Τόσα χρόνια και ιδιαίτερες φιλίες στο χωριό δεν απέκτησε μιας και το σπίτι τους ήταν προς το τέλος του χωριού και οι γείτονες τριγύρω είτε ήταν ηλικιωμένοι είτε έρχονταν διακοπές με γεμάτο πρόγραμμα που δεν χωρούσε πολλά πολλά. Θα ήθελε κι η Καίτη, να πάει σε διάφορα μέρη κι αξιοθέατα του νησιού, να γυρίσει σε όλες τις παραλίες, να δει τις ομορφιές του νησιού που έβλεπαν όλοι οι άλλοι εκτός από την ίδια. Γιατί δεν είχαν αυτοκίνητο. Και το χωριό δεν είχε λεωφορείο να το ενώνει με την πόλη. Κι ωτοστόπ δεν ήθελε να κάνει, ντρεπόταν και φοβόταν. Κι έμοιαζε η τύχη της καταδικασμένη να μείνει σε αυτήν την αυλή όλο το καλοκαίρι άντε και σε καμιά εκκλησία που γιόρταζε, άντε και σε καμιά θεία αργά το απόγευμα για περαντζάδα αλλά δεν ήταν αυτό που ονειρευόταν. Στα 19 της ήθελε περιπέτειες, ήθελε γνωριμίες, ήθελε να ζήσει κι όχι να μοιάζει με 100 χρονών γριά.


      Ώσπου το πρωί του Σαββάτου μια ξαδέλφη της της πρότεινε να πάνε παραλία με το αυτοκίνητό της κι εκεί στο beach bar έκατσαν δίπλα της αγόρια και κορίτσια που αμέσως την έβαλαν στην κεφάτη παρέα τους. Είχαν έρθει στο νησί για λίγες μέρες. Της είπαν σε ποιο ξενοδοχείο μένουν και πότε θα φύγουν. Ένας από τους νεαρούς, που της συστήθηκε ως Φίλιππος, της μιλούσε περισσότερο και αυτή ένιωθε άβολα στην αρχή να είναι το επίκεντρο της προσοχής, αλλά αυτός συνέχιζε να της κάνει πολλές ερωτήσεις κι ήταν αγένεια να μην του απαντά. Τι όμορφα που ήταν να συνομιλεί με άτομα της ηλικίας της! Ένιωθε επιτέλους ζωντανή! Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν ακόμα τα κινητά… αλλά η παρέα της είπε ραντεβού στον Αστερία αύριο πρωί. Φυσικά είπε ναι. Θα πήγαινε πάλι με την ξαδέλφη της.

     Η άλλη μέρα, Κυριακή πρωί, έφτασε, έλα όμως που η ξαδέλφη της είχε άλλες δουλειές και δεν θα κατέβαινε παραλία. Τι στεναχώρια για την Καίτη… Πώς θα συναντούσε τον Φίλιππο; Λοιπόν, το πήρε απόφαση, θα πήγαινε με τα πόδια. Σε μισή ώρα θα έφτανε. Τι κι αν έκανε ζέστη; Τι κι αν ο δρόμος δεν είχε χώρο για πεζούς; Αυτή ήταν αποφασισμένη να ξαναδεί τον Φίλιππο. Αθλητικός τύπος, της είχε κάνει εντύπωση που έκανε αποτρίχωση τα πόδια του… Ήταν ομιλητικός, ό,τι κι αν έλεγε, η Καίτη το άκουγε με ενδιαφέρον, μελαχρινός, μέτριο ανάστημα, σπινθηροβόλο βλέμμα, ύφος κατακτητή. Δεν ήθελε και πολύ η Καίτη να τον ερωτευτεί με την πρώτη ματιά… Εξάλλου, ήταν και φοιτητής στο τρίτο έτος στο Πολυτεχνείο. Η ίδια ήταν στο δεύτερο έτος Αγγλικής Φιλολογίας…

   Έφτασε στο beach bar. Η κεφάτη παρέα πουθενά. Κατέβηκε στην παραλία ψάχνοντας μια μια τις ξαπλώστρες αλλά δεν τους είδε κάπου. Μα τι απογοήτευση. Όπως κι αν έχει έκατσε εκεί μπροστά στην θάλασσα κι έκανε μια βουτιά, αφού ήρθε που ήρθε. Βγαίνοντας, ξανακοίταξε τριγύρω. Ήταν 10 το πρωί. Μήπως ήταν νωρίς για αυτούς; Αποφάσισε να κάνει ηλιοθεραπεία. Κατά τις 11 δίψασε και πήγε στο μπαρ. Παρήγγειλε έναν χυμό καρπούζι και την ώρα που έπινε την πρώτη γουλιά, ένιωσε ένα άγγιγμα στην πλάτη της. Γύρισε περίεργη και τι να δει; Ο νεαρός Φίλιππος της χαμογελούσε με τα καστανά μάτια του και τα ίσια λευκά δόντια του. Τι άλλο να ζητήσει; Έλαμπε από την χαρά της! «Οι άλλοι πού είναι;», «Κοιμούνται του καλού καιρού, πετάχτηκα μόνος μου να σε συναντήσω!». Η Καίτη κοκκίνισε. Κάτι τέτοια λόγια ήθελε να ακούσει αλλά τώρα που συνέβαινε, ένιωθε αμηχανία. Σαν να το κατάλαβε ο Φίλιππος, στράφηκε στον χυμό της, -«Καλός;» - «Χμμμ, όχι όσο θα ήθελα, δροσερός μεν αλλά νερουλός!». «Να πιω μια γουλιά;», και πριν προλάβει να πει ΟΚ η Καίτη ο Φίλιππος ρούφηξε από το καλαμάκι της λαίμαργα δυο τρεις γουλιές. Έκανε να διαμαρτυρηθεί η Καίτη αλλά ο Φίλιππος γέλασε και την πήρε από το χέρι για να βουτήξουν. Εκεί στην αλμύρα της θάλασσας κάτω από τον ζεστό ήλιο έδωσαν το πρώτο τους φιλί. Γλυκό και τρυφερό ήταν, δροσερό σαν το χυμό καρπούζι. Τα επόμενα φιλιά ήταν παθιασμένα. Τρόμαξε η Καίτη με την δύναμη των συναισθημάτων της…αλλά ήξερε μέσα της ότι ο Φίλιππος ήταν ο ένας.

     Ο Φίλιππος το υπόλοιπο των διακοπών του το πέρασε με την Καίτη, τους φίλους του τους άφησε να κάνουν τις διακοπές τους όπως ήθελαν. Ήταν μαγευτικές αυτές οι πέντε μέρες. Η Καίτη του έδωσε τον αριθμό του σταθερού της και τη διεύθυνσή της. Αφού έμεναν και οι δυο Αθήνα, δεν μπορεί, θα βρισκόντουσαν. Ήρθε η μέρα που έφυγε ο Φίλιππος και η Καίτη ήθελε να φύγει κι αυτή μαζί του. Αλλά ήταν προγραμματισμένο να φύγουν σε δέκα μέρες. Και πώς θα άντεχε τόσο χωρίς τον έρωτά της; Σκέφτηκε να του γράψει γράμμα αλλά διαπίστωσε ότι ο Φίλιππος δεν της είχε δώσει την διεύθυνσή του. Τώρα; Τι θα κάνει; Πώς θα περάσουν οι μέρες, οι ώρες, τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα μακριά του; Όλο αυτόν σκεφτόταν, ήταν συνέχεια αφηρημένη κι η μητέρα της κατάλαβε ότι κάτι συμβαίνει αλλά όπως πάντα δεν έδωσε σημασία.

   Όταν επιτέλους επέστρεψαν Αθήνα, μάταια περίμενε ένα γράμμα του ή ένα τηλεφώνημα από αυτόν. Ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Είχε αρχίσει να σκέφτεται τα χειρότερα… «Αν δεν είναι καλά; Ή αν δεν σήμαινα τίποτα για αυτόν; Αν ήμουν απλώς μια καλοκαιρινή περιπέτεια;» Είχε πέσει σε μαύρες σκέψεις. Θα πήγαινε στη σχολή του, δεν μπορεί, θα τον έβρισκε. Το ‘πε και το ‘κανε. Πήγε με το λεωφορείο στο Πολυτεχνείο. Αλλά το μετάνιωσε. Γιατί τον είδε στο κυλικείο της σχολής με μια κοπέλα άλλη, αγκαλιά. Μάλιστα φιλήθηκαν κιόλας. Παρηγοριά δεν έβρισκε η Καίτη. Εξαφανίστηκε να μην την δουν και γύρισε σπίτι νιώθοντας προδομένη. Πώς έπεσε τόσο έξω; Για μέρες δεν μιλούσε και δεν έτρωγε σε σημείο που ανησύχησε η μητέρα της και την πήγε στον γιατρό, ο οποίος σύστησε ξεκούραση και ηρεμία. Πέρασε ο καιρός και η Καίτη ανέκαμψε. Έγινε δυναμική και είχε πάντα το πάνω χέρι στις γνωριμίες της. Δεν άφηνε τίποτα στην τύχη του και επέλεγε με ποιον θα κάνει σχέση και για πόσο διάστημα. Αλλά όχι, ερωτευμένη δεν ήταν με κανέναν. Και ήταν τόσο βαθιά πληγωμένη που δεν φανταζόταν να μπορεί να ερωτευτεί ξανά. Προς το παρόν, ζούσε την κάθε μέρα της σα να μην υπάρχει αύριο. Το μέλλον δεν το ξέρουμε, σκεφτόταν, το παρελθόν δεν αλλάζει, το παρόν όμως το ζούμε τώρα και το διαμορφώνουμε εμείς…Για αυτό στο χέρι της έκανε τατουάζ τη φράση carpe diem…




(Το κείμενο πρωτο-δημοσιεύτηκε ηχογραφημένο στο YouToube στο κανάλι του περιοδικού Storywits)
 

04 Μαΐου 2026

Η λίστα με τα όνειρα

 


Ανοίγω το κινητό και σημειώνω τι πρέπει να αγοράσω από το σούπερ μάρκετ ενώ οι σκέψεις μου τρέχουν πιο γρήγορα από το πώς κινείται το χέρι μου: ταμπλέτες για το πλυντήριο πιάτων, πάνες για το μικρό, μαρμελάδα από την καλή (γιατί είναι πιο νόστιμη κι έχει καλύτερη υφή), χαρτοπετσέτες (πώς στο καλό τελειώνουν τόσο γρήγορα;), φακές (τις έχει σιχαθεί η ψυχή μου, κάθε βδομάδα τις μαγειρεύω, ευτυχώς βρήκα λύση και για μένα φτιάχνω φακόρυζο),  βρώμη (ξεκίνησε και το μικρό και τρώει γάλα με βρώμη με το κουταλάκι, τι πλάκα που έχει), αλεύρι (θέλω πολύ να κάνω κουλουράκια για το Πάσχα μαζί με τα παιδιά μου)…Εννοείται γάλατα, γιαούρτια και τυριά (ευτυχώς κόψαμε τα αλλαντικά και ησύχασα, πέντε-πέντε τις έτρωγε τις γαλοπούλες ο μεγάλος). Τι άλλο; Να σκεφτώ λίγο…Διάφορα φρούτα και λαχανικά (να προσέξω να είναι ώριμα τα αχλάδια και οι ντομάτες, αλλιώς δεν είναι νόστιμα).

Και πώς έχουν ακριβύνει όλα, δεν σε φτάνουν τα 100 ευρώ, πάντα κάτι θα λείπει και ξαναπάς σούπερ. Δεν το καταλαβαίνω αυτό, το έχω συζητήσει με όλους, δουλεύουμε απλά για να επιβιώνουμε. Τα βασικά προφταίνουμε με τους μισθούς μας. Τα έξτρα με την πιστωτική. Τα ωραία τα βάλαμε σε παύση, εκεί να περιμένουν σαν αχνιστό φαΐ που όμως το βλέπεις μέσα από τζαμαρία και δεν το τρως κι ας πεινάς. Πού πήγαν τα όνειρά μου; Με περιμένουν αλλά πότε θα πραγματοποιηθούν; Θέλω να ταξιδέψω, στην Ευρώπη για αρχή. Θέλω να μάθω Ιταλικά. Θέλω να κάνω και δεύτερο μεταπτυχιακό. Θέλω να πάω σε εργαστήρι θεατρικής τέχνης. Θέλω και σε εικαστικό εργαστήρι. Θέλω να παρακολουθήσω και σεμινάριο δημιουργικής γραφής. Θέλω να διαβάσω πολλά βιβλία που έχω στη λίστα μου και δεν τα έχω αγοράσει. 

Θα ήθελα να έχω μια υπέροχη, μεγάλη βιβλιοθήκη αλλά σε αυτό το σπίτι δεν υπάρχουν ελεύθεροι τοίχοι. Πρέπει να αρκεστώ στη μικρή βιβλιοθήκη με τα έξι ράφια που είναι ήδη γεμάτα. Έχω στο κάτω κάτω ράφι συγγράμματα του πανεπιστημίου μου και εργασίες μου εκτυπωμένες. Στο δεύτερο ράφι έχω βιβλία σχετικά με το μεταπτυχιακό μου. Στο τρίτο ράφι έχω βιβλία γονεϊκότητας, συντροφικότητας και αυτογνωσίας. Στο τέταρτο και πέμπτο ράφι έχω τα λογοτεχνικά βιβλία που μου άρεσαν. Όσα δεν μου άρεσαν, τα έχω χαρίσει. Και στο πάνω πάνω ράφι έχω κλασική λογοτεχνία, ποιήματα και τον αγαπημένο μου Ερωτόκριτο, σε απλή έκδοση, μικρού -σε μέγεθος- βιβλίου. Κι όμως είχα διαβάσει πρώτη φορά τον Ερωτόκριτο σε σίγουρα συλλεκτική έκδοση, σίγουρα παλιό, πολύτιμο βιβλίο, τότε που ήμουν παιδί ακόμα στην αυλή του σπιτιού μας στην Κρήτη-ο γείτονάς μας με άφηνε να το διαβάζω. Ήταν μεγάλο, με σκληρόδετο εξώφυλλο. Όταν πέθανε ο γείτονας, πολύ ήθελα να μου το είχε αφήσει κληρονομιά-αλλά φυσικά πήγε στους συγγενείς του.

 Αχ, πέρασε η ώρα, να βγάλω την κατσαρόλα από το μάτι, έτοιμος ο αρακάς για αύριο…


(Δημοσιεύτηκε στο special τεύχος του Storywits "Η ιδέα πριν την ιστορία"- Μάιος 2026)


Η Περιπέτεια του Βρεκουάξ (παραμύθι)

  Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα βατραχάκι που πολύ του άρεσε να τσαλαβουτά στα νερά και να χοροπηδά στις πέτρες και τα βράχια και μετά μπ...

Back to Top