Ψυχο-Λογοτεχνήματα (Μαρία Καλαϊτζάκη): Η τυρκουάζ ομπρέλα

30 Απριλίου 2026

Η τυρκουάζ ομπρέλα



Όλα στραβά της πάνε. Μια άσπρη μέρα δεν έχει δει. Την έπιασε το παράπονο. Μόνη. Νιώθει μόνη. Κι ο καιρός δεν βοηθάει. Βρέχει. Όλο βρέχει. Της πήρανε την ομπρέλα της, την ωραία τυρκουάζ ομπρέλα με το κουμπί για να ανοιγοκλείνει αυτόματα. Που της έφτιαχνε τη διάθεση. Συνηθισμένο φαινόμενο αυτό με τις ομπρέλες. Εδώ η βροχή κρατάει μέρες. Αχ, όταν πρωτοήρθε εδώ από την Αθήνα, έβρεχε συνεχόμενα για μια βδομάδα. Της είχε κάνει εντύπωση ότι η ζωή συνεχιζόταν σα να μη συνέβαινε κάτι άσχημο… απλά υπό το μόνιμο ψιλόβροχο οι άνθρωποι κινούνταν στην αγορά και στη δουλειά τους. Αυτή δεν είχε δουλειά. Δεν μπορούσε να βρει δουλειά σε αυτήν την πόλη…

Βγήκε από τον φούρνο χωρίς ομπρέλα καταδικασμένη να βρέχεται, είχε βέβαια κουκούλα αλλά της την έσπαγε που έπεφταν οι σταγόνες της βροχής στα γυαλιά της. Το παιδί ήταν με τον άντρα της αυτήν τη στιγμή. Είναι Σάββατο. Έχει ένα σωρό δουλειές, για τις οποίες κανείς δεν της λέει μπράβο ούτε και πληρώνεται. Σε όσες θέσεις εργασίας πήγε μέχρι στιγμής την είχαν απορρίψει. Είτε ήταν overqualified είτε δεν είχε εμπειρία είτε απλά δεν έκανε λέει για τη θέση.

Σε μια τόσο επισφαλή οικονομία απλά έκανε υπομονή με τον λιγοστό μισθό του άντρα της και την βοήθεια των δικών τους και πορεύονταν μέρα με τη μέρα. Συχνά πήγαινε στην εκκλησία, εκεί ήταν το καταφύγιο της. Είχε στο αρχονταρίκι ένα κείμενο σε κάδρο, ύμνο προς την αγάπη του Αποστόλου Παύλου, που δάκρυσε όταν το πρωτοδιάβασε:

ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται, ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοί,

ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τά ἑαυτῆς,

οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τό κακόν, οὐ χαίρει ἐπί τή ἀδικία,

συγχαίρει δέ τή ἀληθεία, πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει,
πάντα ὑπομένει. ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει.

Οκ, μπορεί να τα έβγαζαν δύσκολα πέρα αλλά αγαπούσαν ο ένας τον άλλον και οι δυο μαζί το παιδί τους. Το παιδί ζωηρό, έξυπνο, με νεύρο, δεν καθόταν όμως ήσυχα στην εκκλησία και αναγκαζόταν να του παίρνει μαζί και τα αυτοκινητάκια του να παίζει όσο παρακολουθούσε τη λειτουργία. Οι γονείς της στην Αθήνα, ο άντρας της να τρέχει σε δουλειές κι αυτή μόνη χωρίς φίλους και συγγενείς σε μια αφιλόξενη πόλη. Έτσι ένιωθε τότε. Ότι δεν είχε χώρο για αυτήν εκεί. Ότι πάλευε να βρει την θέση της στην πόλη. Με τα στενά πεζοδρόμια να προσπαθεί να περάσει με το καρότσι. Πόσες φορές είχε εκνευριστεί δυσκολευόμενη να σπρώξει το καρότσι ανάμεσα σε σταματημένα στη μέση του πεζοδρομίου αυτοκίνητα, μηχανάκια, πέφτοντας πάνω σε κολώνες και μέσα σε λακκούβες. Σε μια τέτοια φάση είδε μια μαμά να σπρώχνει το αναπηρικό αμαξίδιο του παιδιού της και το βλέμμα της καρφώθηκε εκεί. Ντράπηκε. Ένιωσε τόσο αμήχανα. Από πού κι ως πού τολμούσε να έχει παράπονα αυτή με ένα υγιέστατο αρτιμελές παιδί; Τι να πει κι αυτή η μάνα με το παιδί της καθηλωμένο για πάντα στο αμαξίδιο; Χαμήλωσε το βλέμμα και συνέχισε να σπρώχνει το καρότσι με το παιδί προς το σπίτι τους. Όχι, δεν είχε δικαίωμα να γκρινιάζει. Απλά ένιωθε ότι δεν την καταλαβαίνει και κανένας αφού δεν είχε κανέναν κοντά της. Το παιδί ήθελε τα δικά του, ο άντρας της τα δικά του κι αυτή να τρέχει για να τους καλύψει τις ανάγκες και τα θέλω. Τα δικά της θέλω; Σε αναμονή. Η ζωή της όλη σε αναμονή. Αν είχε έστω μια φίλη να μιλήσει. Οι φίλες της ήταν Αθήνα και απομακρύνθηκαν, δεν είχαν παντρευτεί αυτές ακόμα, δεν είχαν παιδί και δεν την καταλάβαιναν. Οι συμφοιτήτριες της έφυγαν και είχαν αραιή επικοινωνία στα κοινωνικά δίκτυα. Μόνη ένιωθε. Τόσο μόνη. 

Ένα πρωί σε ένα δρομολόγιο προς την παιδίατρο έχασε το ένα σκουλαρίκι της. Ασημένιο, δώρο της μαμάς της για την είσοδό της στο πανεπιστήμιο. Τα φόραγε συνέχεια και τώρα έμεινε μόνο με το ένα. Το άλλο χάθηκε, πάει το ταίρι του. Στεναχωρήθηκε. Αναστατώθηκε. Δεν μπόρεσε να το βρει όσο κι αν έψαξε. Έβαλε το απομεινάρι σε ένα κουτάκι και το φύλαξε στην ντουλάπα, ίσως μπορούσε το ένα σκουλαρίκι να αξιοποιηθεί κάπως; Να γίνει κρεμαστό στο λαιμό μήπως; Δεν ξέρει αν γίνεται.

Άλλη φορά, χειμώνας ήταν, έχασε τον αγαπημένο της σκούφο που είχε αγοράσει ως φοιτήτρια γιατί έκανε πολύ κρύο. Ο σκούφος είχε μωβ λεπτομέρειες και της πήγαινε πολύ, την φώτιζε. Πάει και αυτός. Είχε προλάβει να βγάλει μια φωτογραφία με αυτόν τον σκούφο στο χιονισμένο τοπίο όπου σπούδαζε: πριν παντρευτούν και κάνουν παιδί, πόζαρε χαμογελαστή στον σύντροφό της με το χιόνι να πέφτει γύρω της. Της άρεσαν οι φωτογραφίες, και να βρίσκεται μπροστά από τον φακό και πίσω από τον φακό. Φυσικά, όταν έγινε μαμά, αγαπημένο της αντικείμενο φωτογράφισης ήταν ο γιος τους. Και ήταν δύσκολο να τον προλάβεις ακίνητο πριν κουνηθεί και βγει θολή η φωτογραφία. Εξπέρ έγινε στα γρήγορα κλικ που κέντραραν εκεί που έπρεπε. Ίσως ασχοληθεί με την φωτογραφία λοιπόν, γιατί όχι; Ας μεγαλώσει λίγο το παιδί και θα δει... 

Μια Κυριακή πήγανε όλοι μαζί στην εκκλησία με ψιλόβροχο. Στο τέλος της λειτουργίας πήγε να πάρει την ομπρέλα της – μια φτηνή, με καρό σχέδιο- που είχε αφήσει στην είσοδο και τι να δει; Ανάμεσα σε πολλές άλλες, ξεχώρισε την δικιά της χαμένη από καιρό τυρκουάζ ομπρέλα με το κουμπί που ανοίγει αυτόματα! Αυθόρμητα, την άρπαξε με λαχτάρα και κοίταξε την οικογένειά της χαμογελαστή!

 

  

 








 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η Περιπέτεια του Βρεκουάξ (παραμύθι)

  Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα βατραχάκι που πολύ του άρεσε να τσαλαβουτά στα νερά και να χοροπηδά στις πέτρες και τα βράχια και μετά μπ...

Back to Top