Έτος 2160 μΧ . Η Νάταλι ξύπνησε πάλι νωρίς, 4 τα ξημερώματα. Δεν είδε εφιάλτη, απλά ένιωθε χορτάτη από ύπνο. Ένιωθε ότι η ζωή τους είναι ο αληθινός εφιάλτης από τον οποίο έπρεπε να ξεφύγουν. Αλλά πώς;
Ήταν όλοι τους φυλακισμένοι. Λόγω ενός άκρως μεταδοτικού και θανατηφόρου ιού απαγορευόταν να κυκλοφορούν όπου κι όποτε θέλουν. Η έξοδος από την χώρα δεν επιτρεπόταν. Έλεγχαν ακόμα και τα όνειρά τους. Υπήρχαν συσκευές –μικροτσίπ- που ανίχνευαν την οφθαλμική κίνηση του καθενός και παρήγαγαν κάτι σαν ηλεκτροσόκ ελαφρύ για να σε ξυπνήσουν αν τυχόν και ονειρευόσουν. Αυτό γινόταν για να σταματήσουν εγκαίρως κάθε επιθυμία κόντρα στις απαγορεύσεις.
Η Νάταλι ήταν πια 60 χρονών. Είχε ζήσει και χωρίς αυτόν τον
έλεγχο. Ήξερε τι είναι πέρα από τα σύνορα. Είχε προλάβει σαν παιδί να ταξιδέψει
και να ονειρευτεί. Για αυτό και δυσκολευόταν ιδιαίτερα να προσαρμοστεί στα νέα
δεδομένα. Οι νεότεροι δεν έζησαν ποτέ ελεύθεροι. Η κόρη της Νάταλι για
παράδειγμα, η Κορίνα-ετών 25, μόνο από τις αφηγήσεις της μητέρας της ήξερε τι
υπάρχει εκεί έξω. Ονειρευόταν μόνο ξύπνια μια κοινωνία διαφορετική. Η Κορίνα
δεν χρειάστηκε να βγει καν από το σπίτι της για να πάει σχολείο ως μαθήτρια ή
για να σπουδάσει ως φοιτήτρια. Όλα από τον υπολογιστή και το έξυπνο κινητό της
τα έκανε. Η Νάταλι τα έβλεπε αυτά και δεν έχανε ευκαιρία να της περιγράφει πώς
ήταν η ζωή πριν τις απαγορεύσεις, πριν τον θανατηφόρο ιό, πριν τον έλεγχο των
ονείρων τους.
Και μεγάλωνε η Κορίνα με επαναστατικές ιδέες που όμως δεν ήξερε πώς να εφαρμόσει. Ζούσαν όλοι τους με χαπάκια αντικαταθλιπτικά. Έπρεπε να δείχνουν όλοι χαρούμενοι κι όχι μίζεροι κι έτσι ο προσωπικός γιατρός του καθενός χορηγούσε πάντα αντικαταθλιπτικά σαν ρουτίνα. Η κυβέρνηση είχε δώσει τέτοιες εντολές, να μην εμφανίζονται δημόσια άτομα που κλαίνε ή γκρινιάζουν για την κατάστασή τους. Όλα έπρεπε να φαίνονται ότι βαίνουν καλώς.
Η Νάταλι είχε σταματήσει να καταπίνει τα φάρμακα αυτά εδώ και καιρό. Δεν την ένοιαζε και ένιωθε ότι μπορούσε να ελέγξει τα δάκρυά της, δεν θα ρίσκαρε να κλάψει σε δημόσιο χώρο και εξάλλου δεν έβγαινε από το σπίτι της σχεδόν ποτέ. Όλα γίνονταν διαδικτυακά. Τα ψώνια τα παράγγελνε μέσω ίντερνετ, όταν ήθελε να πάει εκκλησία απλά άνοιγε την τηλεόραση, ντυνόταν, στολιζόταν και το ολόγραμμά της εμφανιζόταν στην οθόνη παρέα με τα ολογράμματα των φιλενάδων της. Μέχρι πότε θα άντεχαν αυτή τη ζωή-φυλακή;
Η Νάταλι δεν έβλεπε
λύση. Είχε τις αμφιβολίες της αν υπήρχε όντως αυτός ο ιός. Εδώ και 30 χρόνια
ζούνε με τον φόβο αυτού του ιού. Μεταλλάσσεται συνεχώς και δεν εξαφανίζεται
παρά τις απαγορεύσεις, λένε μάλιστα ότι η μετάδοσή του είναι πολύ εύκολη και
έτσι ισχύουν παγκοσμίως οι περιορισμοί... Η Νάταλι πείνασε και έβαλε ένα χαπάκι
στο στόμα της- ζούνε όχι με τρόφιμα αλλά με κάψουλες πρωτεΐνης και βιταμινών
και ιχνοστοιχείων. Αυτές οι κάψουλες περιέχουν τη συνιστάμενη ημερήσια δόση
όλων των θρεπτικών συστατικών απαραίτητων για την επιβίωσή τους. Αν ήθελες να
μαγειρέψεις, μπορούσες αλλά σε είχαν φοβίσει για το ανθυγιεινό των φαγητών κι
έτσι είχαν καταλήξει όλοι να παίρνουν τις κάψουλες. Για να καταπολεμήσουν τη
λαχτάρα να μασουλάνε κάτι, έφτιαχναν όσοι ήθελαν, cookies με υποκατάστατα ζάχαρης, με
αλεύρι χωρίς γλουτένη και με σπόρους πανάκριβους που υποτίθεται ότι σε
χορταίνουν. Είχαν την πολυτέλεια να τα φτιάχνουν κάθε βδομάδα γιατί ο άντρας
της Νάταλι δούλευε σε εταιρεία τεχνολογίας υπεύθυνος για τα ολογράμματα και
είχαν πολλά λεφτά. Τι να τα κάνεις όμως τα λεφτά όταν δεν έχεις την ελευθερία
να τα ξοδέψεις όπως ονειρεύεσαι;
Για την κόρη
της ήθελε μια καλύτερη ζωή. Πώς να απελευθερωθούν από αυτήν την περίεργη
αιχμαλωσία; Η Νάταλι ήξερε πώς ήταν η ζωή πριν τον ιό, θυμόταν από τα παιδικά
της χρόνια την ανεμελιά, τα ταξίδια στα νησιά, τα παιχνίδια με τα γειτονόπουλα
στις παιδικές χαρές. Φυσικά υπήρχαν τα smartphones αλλά συνήθως τα
χρησιμοποιούσαν για εύρεση πληροφοριών και για δουλειές, όχι τόσο προς
αντικατάσταση επικοινωνίας αφού ακόμα έβγαιναν για να μοιραστούν εμπειρίες.
Τώρα πια δεν βγαίνουν. Όλα μέσω κινητού γίνονται. Και η Κορίνα ερωτεύτηκε μέσω
μιας εφαρμογής έναν όμορφο νεαρό από άλλη χώρα και μιλάνε κάθε μέρα (στα
αγγλικά), μάλιστα ένα απόγευμα η Νάταλι είδε το ολόγραμμά του μέσα στο δωμάτιο
της κόρης της κι έκλεισε σοκαρισμένη την πόρτα της Κορίνας να τους αφήσει
μόνους. Τι τα θες; Έτσι ή αλλιώς ο
έρωτας βρίσκει τον δρόμο του.
Όλοι οι φίλοι της Νάταλι είχαν απαυδήσει με την τωρινή κατάσταση αλλά όλο από την ασφάλεια του καναπέ τους πέταγαν παράπονα και κανείς δεν έκανε κάτι. Ώσπου, μια μέρα έφτασε ο κόμπος στο χτένι. Συνέλαβαν τον γιο μιας φίλης τους επειδή η επιχείρησή του (καφετέρια είχε όπου ο καφές δεν καθόσουν να τον απολαύσεις αλλά έφτανε με ρομπότ στην πόρτα σου), τόλμησε λοιπόν ο νεαρός αυτός να βάλει τραπεζάκια και καρέκλες και όταν γέμισαν από κόσμο παρά τις απαγορεύσεις κυκλοφορίας βρέθηκε κάποιος να καλέσει την αστυνομία και να τον καταγγείλει.
Αμέσως, έγινε η σύλληψή του τολμηρού επιχειρηματία. Τώρα όλοι ήταν θυμωμένοι
για την αδικία, μέχρι πότε θα ζούσαν σαν ποντίκια; Η επανάσταση είχε ξεκινήσει
χωρίς να το ξέρουν. Κόσμος και δημοσιογράφοι βρέθηκαν έξω από το αστυνομικό
τμήμα. Ο κόσμος φώναζε για την απελευθέρωση του νεαρού ιδιοκτήτη της
καφετέριας. Οι δημοσιογράφοι μετέδιδαν τα νέα ενθουσιασμένοι που επιτέλους κάτι
γίνεται εναντίον των αυστηρών μέτρων αλλά φυσικά τον έκρυβαν καλά τον ενθουσιασμό
τους από φόβο μην χάσουν τη δουλειά τους –όλοι τους ελέγχονταν από την
κυβέρνηση.
Δειλά δειλά κι άλλοι έκαναν επαναστατικές πράξεις, ξεκίνησαν κάποιοι να πετάνε τα μικροτσίπ που έλεγχαν τα όνειρά τους, άλλοι άρχισαν να μιλούν στην κάμερα παραπονούμενοι για αυτόν τον τρόπο ζωής και άλλοι απαιτούσαν να αρχίσουν τα ταξίδια επιτέλους. Κάποιες νοικοκυρές ξεκίνησαν να μαγειρεύουν τα κλασικά φαγητά που ήξεραν από παλιά, με τα λιγοστά υλικά που βρήκαν στη μαύρη αγορά. Μύρισαν οι γειτονιές από γεμιστά και κοτόπουλο με πατάτες. Οι μυρωδιές ξύπνησαν μνήμες και σε όλη την χώρα εξαπλώθηκε το κίνημα της κατσαρόλας. Απαιτούσαν φαγητό κι όχι άλλα χαπάκια. Οι συλλήψεις συνεχίζονταν αλλά σε λίγο δεν υπήρχε χώρος στα κρατητήρια. Η Νάταλι κι αυτή μαγείρεψε κεφτεδάκια αλλά πέρασε τη νύχτα στριμωγμένη στο κελί για αυτή την πράξη. Η Κορίνα έκλαιγε μπροστά στην κάμερα των δημοσιογράφων και βρέθηκε κι αυτή στο ίδιο κελί.
Ο άντρας της Νάταλι προσέλαβε
τον καλύτερο δικηγόρο και την επόμενη μέρα είχαν βγει. Η Νάταλι παρακάλεσε τον
άντρα της να βάλουν τον δικηγόρο αυτόν και για τον νεαρό ιδιοκτήτη καφετέριας
με δικά τους έξοδα σαν ένδειξη συμπαράστασης. Η Κορίνα θαύμασε τους γονείς της
και βρήκε ευκαιρία να γνωρίσει τον νεαρό επιχειρηματία, τον Κρις, ο οποίος της
κέντρισε το ενδιαφέρον. Μέσα στην αναμπουμπούλα ξεκίνησε ένα φλερτ που θα
οδηγούσε αργότερα σε γάμο. Προς το παρόν, η Κορίνα ήταν μπερδεμένη. Μέχρι πριν
λίγο είχε ερωτευτεί διαδικτυακά αλλά τώρα έχει μπροστά της τον Κρις με σάρκα κι
οστά και πιστεύει ότι οι δυο τους ταιριάζουν απόλυτα. Η μητέρα της κατάλαβε πώς
νιώθει η Κορίνα και τη συμβούλεψε να ακούσει την καρδιά της κι όχι τη λογική σε
θέματα αγάπης. Αφού ένιωσε τόσο δυνατά συναισθήματα για τον Κρις θα το
μετανιώσει αν δεν μείνει μαζί του. Την μητέρα της άκουσε η Κορίνα κι έτσι
παντρεύτηκαν όχι με παπά και με κουμπάρο αλλά με τελετή που έγινε διαδικτυακά
και υπέγραψαν ψηφιακά- έτσι γινόταν το 2160 μ Χ.
Η επανάσταση
που είχε ξεκινήσει στην Ελλάδα εξαπλώθηκε σε όλον τον κόσμο και αφού δεν
μπορούσαν να την καταπνίξουν οι κυβερνώντες έφτασαν σε συμβιβασμό. Θα φορούσαν
μάσκες παντού, αλλά θα επιτρεπόταν να ταξιδέψουν. Όποιος ήθελε θα μαγείρευε,
αλλιώς θα υπήρχαν ακόμα τα χάπια για όποιον τα προτιμούσε. Τα σχολεία θα
άνοιγαν ξανά τις πόρτες τους, το ίδιο και τα πανεπιστήμια. Η ζωή θα έφτανε να
αξιοποιήσει στο έπακρο την τεχνολογία αλλά χωρίς να υπάρχει έλεγχος κι έτσι θα μπορούσαν
πλέον να ονειρεύονται ελεύθερα χωρίς τα μικροτσίπ.
