Ψυχο-Λογοτεχνήματα (Μαρία Καλαϊτζάκη)

30 Ιουλίου 2026

Η Περιπέτεια του Βρεκουάξ (παραμύθι)

 



Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα βατραχάκι που πολύ του άρεσε να τσαλαβουτά στα νερά και να χοροπηδά στις πέτρες και τα βράχια και μετά μπλουμ ξανά στο νερό κολυμπώντας χαρούμενο.

Το βατραχάκι που το έλεγαν Βρεκουάξ συχνά ξεχνιόταν ώρες μακριά από την βατραχο-οικογένειά του, απορροφημένο από όσα ανακάλυπτε στα διάφορα μέρη -ποτάμια, λίμνες, βάλτους- που πήγαιναν κατά καιρούς. Δεν είχαν σταθερό σπίτι και αυτό του άρεσε πολύ, γιατί η ζωή του ήταν γεμάτη περιπέτειες!

Μια μέρα εκεί που πλατσούριζε αμέριμνο σε μια λιμνούλα με νούφαρα, νιώθει ξαφνικά κάτι να τον γραπώνει…και σε λίγο βρισκόταν μετέωρο πάνω από το νερό.

Έκανε να χοροπηδήσει αλλά τα ποδαράκια του μπλέχτηκαν στο δίχτυ. Ήταν μια απόχη που την κρατούσε ένα παιδάκι…

«Μαμά, μαμά, κοίτα! Έπιασα ένα βατραχάκι!», φώναξε ενθουσιασμένο το παιδάκι. 

Και ο Βρεκουάξ κόντεψε να λιποθυμήσει από τον φόβο του. Χίλια σενάρια πέρασαν από το μυαλό του: ότι θα καταλήξει να γίνει τηγανητά βατραχοπόδαρα, ότι θα τον κλείσουν σε ενυδρείο, ότι θα γίνει πειραματόζωο, ότι θα γίνει τροφή για πουλιά, ότι- ότι-ότι… 

Είχε αρχίσει να ζαλίζεται επικίνδυνα όταν, για καλή του τύχη, η μαμά του παιδιού είπε: «Ωωωω, τι ωραίο βατραχάκι! Όμως γλυκέ μου, καλύτερα να το αφήσεις πάλι πίσω στη λίμνη, γιατί εκεί βρίσκεται το σπίτι του, εντάξει; Κρίμα δεν είναι να το ψάχνουν οι δικοί του;».

Κι έτσι το παιδάκι, αφού το σκέφτηκε, αποφάσισε να βάλει πάλι την απόχη πίσω στο νερό και να αφήσει το βατραχάκι να βουτήξει μέσα.

 Ο Βρεκουάξ έβαλε όλη του τη δύναμη στα μικρά του ποδαράκια και κολύμπησε όσο πιο γρήγορα μπορούσε μακριά από το παιδάκι, προς το βάθος της λίμνης, προς το μεγαλύτερο νούφαρο κάτω από το οποίο βρισκόταν η βατραχο-οικογένειά του. 

Τους φίλησε όλους με την κόκκινη, μακριά του γλώσσα ανακουφισμένος που τους ξαναβρήκε κι υποσχέθηκε να είναι πιο προσεκτικός στις εξορμήσεις του.



03 Ιουλίου 2026

Ηλιοβασιλέματα


 

Η Άρια λατρεύει τα ηλιοβασιλέματα… Τα καλοκαίρια θέλει πολύ να προλαβαίνει την golden hour, τότε που ο ουρανός φοράει τα καλά του και βάφεται με τα χρώματα της δύσης, βαθύ κόκκινο, βιολετί, πορτοκαλί, κίτρινο… Η ώρα αυτή την γαληνεύει και προτιμά να βρίσκεται κάπου που κυριαρχεί το υγρό στοιχείο, ώστε να βλέπει στο νερό τις αντανακλάσεις των χρωμάτων. Της αρέσει επίσης να βγάζει φωτογραφίες ακριβώς την ώρα αυτή, είτε selfies είτε του τοπίου. Είναι μια μαγική στιγμή που της θυμίζει ότι τα πάντα είναι δυνατόν να συμβούν. Της θυμίζει ότι ο κόσμος γύρω της έχει ακόμα ομορφιές και ότι αξίζει να προσπαθείς να τις ανακαλύψεις.

Μια τέτοια στιγμή χάζευε αφηρημένα τον ήλιο να κρύβεται στον ορίζοντα, πέρα από την γαλήνια θάλασσα, όταν την διέκοψε από τις σκέψεις της ένας ποδηλάτης… Είχε κι αυτός σταματήσει πάνω στο ποδήλατό του και θαύμαζε το τοπίο, όταν άρχισε να μαγνητίζεται από την Άρια, κι όχι άδικα αφού ήταν μια κοπέλα με πυρόξανθα μακριά μαλλιά, δέρμα ηλιοκαμένο και θεσπέσιο κορμί. Δεν δίστασε λοιπόν να την πλησιάσει, δεν είχε να χάσει και κάτι. 

«Έρχομαι κάθε μέρα εδώ και πρώτη φορά σε βλέπω», της είπε. «Είμαι εδώ για διακοπές», του απάντησε. «Γιάννης», της συστήθηκε. «Άρια», έδωσε αμέσως το όνομά της στον όμορφο ποδηλάτη. «Από το Αριάδνη να υποθέσω;». «Ναι!» «Υπέροχο όνομα για μια υπέροχη κοπέλα!». «Ευχαριστώ!», χαμογέλασε παιχνιδιάρικα η Άρια. Αφού είχαν δώσει τα χέρια κατά τη διάρκεια των συστάσεων, ο Γιάννης εσκεμμένα συνέχιζε να κρατάει το χέρι της, ενώ παράλληλα το βλέμμα του επέστρεψε στο ηλιοβασίλεμα. 

Η Άρια ένιωσε άβολα προς στιγμή, αλλά έστρεψε κι αυτή τη ματιά της στα μαγευτικά χρώματα του ουρανού κι απλά χαλάρωσε. Ας είναι, σκέφτηκε, μου χρειάζεται λίγο φλερτ, δεν πειράζει. «Πόσες μέρες θα κάτσεις στο νησί μας;», ρώτησε με αγωνία ο Γιάννης. Η Άρια ζύγισε τα λόγια της κι απάντησε: «Όσο χρειαστεί…». Το χέρι του ποδηλάτη πήγε απαλά στα μαλλιά της και η Άρια έμεινε ακίνητη μη χαλάσει τη στιγμή. «Θες να σου δείξω το μέρος που πηγαίνω συνήθως και ρεμβάζω;», την παρακάλεσε σχεδόν ο Γιάννης. «Ναι, αν δεν είναι μακριά». «Έλα, πάμε, θα παρκάρω το ποδήλατό μου στην καφετέρια πιο κάτω και θα συνεχίσουμε με τα πόδια».

Η Άρια είχε περιέργεια να εξερευνήσει το μέρος μιας και νοίκιαζε δωμάτιο μέσα στην πόλη και είχε έρθει με ταξί στο χωριό αυτό για να δει τη ζωή των ντόπιων και φυσικά να γευτεί τα νόστιμα φαγητά τους. Ο Γιάννης κρατώντας το ποδήλατο από το τιμόνι περπατούσε δίπλα της και ένιωθε μεθυσμένος από χαρά αλλά και από το άρωμα της φρεσκάδας που ανέδυε η Άρια. Σχεδόν δεν μπορούσε να μιλήσει. Με δυσκολία της είπε «Ακολούθησε με», μόλις άφησε το ποδήλατό του στους γνωστούς του στην καφετέρια.

 Τελικά, περνώντας από σοκάκια γεμάτα από λουλούδια, βουκαμβίλιες και γιασεμιά, έφτασαν σε μια φρεσκο-ασβεστωμένη βρύση που έρρεε συνεχόμενα νερό και είχε ένα παγκάκι δίπλα της. «Τι ήσυχα που είναι εδώ!» σχεδόν ψιθύρισε η Άρια. «Ακριβώς! Για αυτό έρχομαι συχνά εδώ και ηρεμεί η σκέψη μου. Μάλιστα όταν θυμάμαι τις αφηγήσεις από ηλικιωμένες κυρίες του χωριού για το πώς σαν νεαρές έρχονταν εδώ να βάλουν νερό στις στάμνες τους και να μιλήσουν μεταξύ τους, χαμογελάω. Ήταν επίσης και σημείο συνάντησης ερωτευμένων τα βράδια!». «Α μάλιστα!», γέλασε η Άρια.

 «Μένεις μόνιμα εδώ;», τον ρώτησε με γνήσια περιέργεια. Ο Γιάννης της αφηγήθηκε ούτε λίγο ούτε πολύ όλη του τη ζωή. Είχε επιστρέψει στο νησί όταν πέθαναν οι γονείς του με σκοπό να συντηρήσει το σπίτι αλλά τελικά τον κέρδισαν οι χαλαροί ρυθμοί κοντά στη φύση. Για να βιοποριστεί δούλευε πότε σε καφετέριες, πότε σε ξενοδοχεία. Η Άρια κάπως στράβωσε με το ότι δεν είχε μια σταθερή εργασία ο Γιάννης. Τον είχε συμπαθήσει πολύ και ήδη στο μυαλό της έφτιαχνε σενάρια σχέσης μαζί του. Σα να κατάλαβε ο Γιάννης τον δισταγμό της και την έβγαλε από τις σκέψεις της λέγοντας: «Ευτυχώς οι γονείς μου μου άφησαν και αρκετά στρέμματα με ελιές και κάθε χρόνο πουλάω αρκετό λάδι». «Θέλουν όμως αρκετή φροντίδα οι ελιές», επισήμανε η Άρια. «Πράγματι», συμφώνησε ο Γιάννης. «Αρκετά όμως με αυτά. Τι λες, πάμε για φαγητό και κανά ουζάκι;», τη ρώτησε ο Γιάννης.

Σε δέκα λεπτά είχαν φτάσει έξω από ένα παραδοσιακό καφενεδάκι που σέρβιρε και φαγητό και κάθισαν κεφάτοι να απολαύσουν τις γεύσεις του νησιού. «Στην υγειά μας!», ευχήθηκε ο Γιάννης. «Σε πολλά ηλιοβασιλέματα ακόμα», αντευχήθηκε η Άρια.

Οι μέρες και οι νύχτες περνούσαν πολύ όμορφα για τον Γιάννη και την Άρια που ταιριάξανε πολύ αλλά πλησίαζε το τέλος του Αυγούστου. Όσο κι αν ήθελε η Άρια να μείνει στο νησί, οι υποχρεώσεις της, την περίμεναν. Προσπαθούσε να σκεφτεί μια λύση και πρότεινε στον Γιάννη να έρθει μαζί της στην Αθήνα. «Κάτι θα βρεθεί εκεί για σένα να απασχοληθείς», του είπε. «Γιατί δεν έρχεσαι εσύ να μείνεις εδώ μαζί μου για πάντα;», αντιπρότεινε ο Γιάννης. Η Άρια πραγματικά το σκεφτόταν να πει το ναι αλλά κάπου δίσταζε. «Πάρε τον χρόνο σου, εγώ εδώ θα είμαι και θα σε περιμένω», της χάιδεψε τρυφερά το μάγουλο και τη φίλησε στα χείλη με ένα πάθος και μια απόγνωση ταυτόχρονα.

Η μέρα του αποχωρισμού έφτασε και η Άρια υποσχέθηκε να διευθετήσει τις υποχρεώσεις της και να κάνει ό,τι χρειαζόταν για έρθει μόνιμα στο νησί. Ο Γιάννης είχε μέσα του έναν αόριστο φόβο ότι δεν θα την ξαναδεί, ότι άπαξ και μπει στο πλοίο για Αθήνα δεν θα ξαναγυρίσει. 

Πράγματι, μετά από μια βδομάδα, η Άρια τον πήρε τηλέφωνο και με θλιμμένη φωνή του εξηγούσε πόσο δύσκολο της ήταν να εγκαταλείψει τη δουλειά της, τους φίλους και συγγενείς και τις συνήθειες της πόλης. «Θα σε θυμάμαι για πάντα και όποτε βλέπω ηλιοβασίλεμα, η σκέψη μου θα γυρνάει σε εσένα, καρδιά μου», του είπε. 

Ο Γιάννης αναστέναξε, της ευχήθηκε ό,τι καλύτερο στη ζωή της και δεν προσπάθησε να την παρακαλέσει ούτε να την μεταπείσει. Έτσι είναι η ζωή, σκέφτηκε. Σου χαρίζει τον έρωτα και μετά κάτι γίνεται και τον χάνεις μέσα από τα χέρια σου. Ας είναι. Μπορεί να έρθει το επόμενο καλοκαίρι και να ξαναδώ τότε τη μικρή μου ηλιαχτίδα, την Άρια, τη μικρή μου γοργόνα.

Ο Γιάννης συνέχισε μηχανικά τη ζωή του και πάντα έτρεφε την ελπίδα ότι θα την ξαναδεί, όμως πέρασαν αρκετά καλοκαίρια από τότε και η γλυκιά του Άρια δεν ξαναφάνηκε. 

Δυο ζευγάρια μάτια που δεν ξανασυναντήθηκαν κι ας παρακολουθούσαν ταυτόχρονα όλα τα ηλιοβασιλέματα…

 

 (Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο τεύχος Οκτωβρίου 2025 του Storywits)

 

 

 

 

08 Ιουνίου 2026

Έτος 2160 μΧ

 


Έτος 2160 μΧ . Η Νάταλι ξύπνησε πάλι νωρίς, 4 τα ξημερώματα. Δεν είδε εφιάλτη, απλά ένιωθε χορτάτη από ύπνο. Ένιωθε ότι η ζωή τους είναι ο αληθινός εφιάλτης από τον οποίο έπρεπε να ξεφύγουν. Αλλά πώς;

 Ήταν όλοι τους φυλακισμένοι. Λόγω ενός άκρως μεταδοτικού και θανατηφόρου ιού απαγορευόταν να κυκλοφορούν όπου κι όποτε θέλουν. Η έξοδος από την χώρα δεν επιτρεπόταν. Έλεγχαν ακόμα και τα όνειρά τους. Υπήρχαν συσκευές –μικροτσίπ- που ανίχνευαν την οφθαλμική κίνηση του καθενός και παρήγαγαν κάτι σαν ηλεκτροσόκ ελαφρύ για να σε ξυπνήσουν αν τυχόν και ονειρευόσουν. Αυτό γινόταν για να σταματήσουν εγκαίρως κάθε επιθυμία κόντρα στις απαγορεύσεις. 

Η Νάταλι ήταν πια 60 χρονών. Είχε ζήσει και χωρίς αυτόν τον έλεγχο. Ήξερε τι είναι πέρα από τα σύνορα. Είχε προλάβει σαν παιδί να ταξιδέψει και να ονειρευτεί. Για αυτό και δυσκολευόταν ιδιαίτερα να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Οι νεότεροι δεν έζησαν ποτέ ελεύθεροι. Η κόρη της Νάταλι για παράδειγμα, η Κορίνα-ετών 25, μόνο από τις αφηγήσεις της μητέρας της ήξερε τι υπάρχει εκεί έξω. Ονειρευόταν μόνο ξύπνια μια κοινωνία διαφορετική. Η Κορίνα δεν χρειάστηκε να βγει καν από το σπίτι της για να πάει σχολείο ως μαθήτρια ή για να σπουδάσει ως φοιτήτρια. Όλα από τον υπολογιστή και το έξυπνο κινητό της τα έκανε. Η Νάταλι τα έβλεπε αυτά και δεν έχανε ευκαιρία να της περιγράφει πώς ήταν η ζωή πριν τις απαγορεύσεις, πριν τον θανατηφόρο ιό, πριν τον έλεγχο των ονείρων τους.

Και μεγάλωνε η Κορίνα με επαναστατικές ιδέες που όμως δεν ήξερε πώς να εφαρμόσει. Ζούσαν όλοι τους με χαπάκια αντικαταθλιπτικά. Έπρεπε να δείχνουν όλοι χαρούμενοι κι όχι μίζεροι κι έτσι ο προσωπικός γιατρός του καθενός χορηγούσε πάντα αντικαταθλιπτικά σαν ρουτίνα. Η κυβέρνηση είχε δώσει τέτοιες εντολές, να μην εμφανίζονται δημόσια άτομα που κλαίνε ή γκρινιάζουν για την κατάστασή τους. Όλα έπρεπε να φαίνονται ότι βαίνουν καλώς.

 Η Νάταλι είχε σταματήσει να καταπίνει τα φάρμακα αυτά εδώ και καιρό. Δεν την ένοιαζε και ένιωθε ότι μπορούσε να ελέγξει τα δάκρυά της, δεν θα ρίσκαρε να κλάψει σε δημόσιο χώρο και εξάλλου δεν έβγαινε από το σπίτι της σχεδόν ποτέ. Όλα γίνονταν διαδικτυακά. Τα ψώνια τα παράγγελνε μέσω ίντερνετ, όταν ήθελε να πάει εκκλησία απλά άνοιγε την τηλεόραση, ντυνόταν, στολιζόταν και το ολόγραμμά της εμφανιζόταν στην οθόνη παρέα με τα ολογράμματα των φιλενάδων της. Μέχρι πότε θα άντεχαν αυτή τη ζωή-φυλακή; 

Η Νάταλι δεν έβλεπε λύση. Είχε τις αμφιβολίες της αν υπήρχε όντως αυτός ο ιός. Εδώ και 30 χρόνια ζούνε με τον φόβο αυτού του ιού. Μεταλλάσσεται συνεχώς και δεν εξαφανίζεται παρά τις απαγορεύσεις, λένε μάλιστα ότι η μετάδοσή του είναι πολύ εύκολη και έτσι ισχύουν παγκοσμίως οι περιορισμοί... Η Νάταλι πείνασε και έβαλε ένα χαπάκι στο στόμα της- ζούνε όχι με τρόφιμα αλλά με κάψουλες πρωτεΐνης και βιταμινών και ιχνοστοιχείων. Αυτές οι κάψουλες περιέχουν τη συνιστάμενη ημερήσια δόση όλων των θρεπτικών συστατικών απαραίτητων για την επιβίωσή τους. Αν ήθελες να μαγειρέψεις, μπορούσες αλλά σε είχαν φοβίσει για το ανθυγιεινό των φαγητών κι έτσι είχαν καταλήξει όλοι να παίρνουν τις κάψουλες. Για να καταπολεμήσουν τη λαχτάρα να μασουλάνε κάτι, έφτιαχναν όσοι ήθελαν, cookies με υποκατάστατα ζάχαρης, με αλεύρι χωρίς γλουτένη και με σπόρους πανάκριβους που υποτίθεται ότι σε χορταίνουν. Είχαν την πολυτέλεια να τα φτιάχνουν κάθε βδομάδα γιατί ο άντρας της Νάταλι δούλευε σε εταιρεία τεχνολογίας υπεύθυνος για τα ολογράμματα και είχαν πολλά λεφτά. Τι να τα κάνεις όμως τα λεφτά όταν δεν έχεις την ελευθερία να τα ξοδέψεις όπως ονειρεύεσαι;

Για την κόρη της ήθελε μια καλύτερη ζωή. Πώς να απελευθερωθούν από αυτήν την περίεργη αιχμαλωσία; Η Νάταλι ήξερε πώς ήταν η ζωή πριν τον ιό, θυμόταν από τα παιδικά της χρόνια την ανεμελιά, τα ταξίδια στα νησιά, τα παιχνίδια με τα γειτονόπουλα στις παιδικές χαρές. Φυσικά υπήρχαν τα smartphones αλλά συνήθως τα χρησιμοποιούσαν για εύρεση πληροφοριών και για δουλειές, όχι τόσο προς αντικατάσταση επικοινωνίας αφού ακόμα έβγαιναν για να μοιραστούν εμπειρίες. Τώρα πια δεν βγαίνουν. Όλα μέσω κινητού γίνονται. Και η Κορίνα ερωτεύτηκε μέσω μιας εφαρμογής έναν όμορφο νεαρό από άλλη χώρα και μιλάνε κάθε μέρα (στα αγγλικά), μάλιστα ένα απόγευμα η Νάταλι είδε το ολόγραμμά του μέσα στο δωμάτιο της κόρης της κι έκλεισε σοκαρισμένη την πόρτα της Κορίνας να τους αφήσει μόνους.  Τι τα θες; Έτσι ή αλλιώς ο έρωτας βρίσκει τον δρόμο του.

Όλοι οι φίλοι της Νάταλι είχαν απαυδήσει με την τωρινή κατάσταση αλλά όλο από την ασφάλεια του καναπέ τους πέταγαν παράπονα και κανείς δεν έκανε κάτι. Ώσπου, μια μέρα έφτασε ο κόμπος στο χτένι. Συνέλαβαν τον γιο μιας φίλης τους επειδή η επιχείρησή του (καφετέρια είχε όπου ο καφές δεν καθόσουν να τον απολαύσεις αλλά έφτανε με ρομπότ στην πόρτα σου), τόλμησε λοιπόν ο νεαρός αυτός να βάλει τραπεζάκια και καρέκλες και όταν γέμισαν από κόσμο παρά τις απαγορεύσεις κυκλοφορίας βρέθηκε κάποιος να καλέσει την αστυνομία και να τον καταγγείλει.

 Αμέσως, έγινε η σύλληψή του τολμηρού επιχειρηματία. Τώρα όλοι ήταν θυμωμένοι για την αδικία, μέχρι πότε θα ζούσαν σαν ποντίκια; Η επανάσταση είχε ξεκινήσει χωρίς να το ξέρουν. Κόσμος και δημοσιογράφοι βρέθηκαν έξω από το αστυνομικό τμήμα. Ο κόσμος φώναζε για την απελευθέρωση του νεαρού ιδιοκτήτη της καφετέριας. Οι δημοσιογράφοι μετέδιδαν τα νέα ενθουσιασμένοι που επιτέλους κάτι γίνεται εναντίον των αυστηρών μέτρων αλλά φυσικά τον έκρυβαν καλά τον ενθουσιασμό τους από φόβο μην χάσουν τη δουλειά τους –όλοι τους ελέγχονταν από την κυβέρνηση.

Δειλά δειλά κι άλλοι έκαναν επαναστατικές πράξεις, ξεκίνησαν κάποιοι να πετάνε τα μικροτσίπ που έλεγχαν τα όνειρά τους, άλλοι άρχισαν να μιλούν στην κάμερα παραπονούμενοι για αυτόν τον τρόπο ζωής και άλλοι απαιτούσαν να αρχίσουν τα ταξίδια επιτέλους. Κάποιες νοικοκυρές ξεκίνησαν να μαγειρεύουν τα κλασικά φαγητά που ήξεραν από παλιά, με τα λιγοστά υλικά που βρήκαν στη μαύρη αγορά. Μύρισαν οι γειτονιές από γεμιστά και κοτόπουλο με πατάτες. Οι μυρωδιές ξύπνησαν μνήμες και σε όλη την χώρα εξαπλώθηκε το κίνημα της κατσαρόλας. Απαιτούσαν φαγητό κι όχι άλλα χαπάκια. Οι συλλήψεις συνεχίζονταν αλλά σε λίγο δεν υπήρχε χώρος στα κρατητήρια. Η Νάταλι κι αυτή μαγείρεψε κεφτεδάκια αλλά πέρασε τη νύχτα στριμωγμένη στο κελί για αυτή την πράξη. Η Κορίνα έκλαιγε μπροστά στην κάμερα των δημοσιογράφων και βρέθηκε κι αυτή στο ίδιο κελί. 

Ο άντρας της Νάταλι προσέλαβε τον καλύτερο δικηγόρο και την επόμενη μέρα είχαν βγει. Η Νάταλι παρακάλεσε τον άντρα της να βάλουν τον δικηγόρο αυτόν και για τον νεαρό ιδιοκτήτη καφετέριας με δικά τους έξοδα σαν ένδειξη συμπαράστασης. Η Κορίνα θαύμασε τους γονείς της και βρήκε ευκαιρία να γνωρίσει τον νεαρό επιχειρηματία, τον Κρις, ο οποίος της κέντρισε το ενδιαφέρον. Μέσα στην αναμπουμπούλα ξεκίνησε ένα φλερτ που θα οδηγούσε αργότερα σε γάμο. Προς το παρόν, η Κορίνα ήταν μπερδεμένη. Μέχρι πριν λίγο είχε ερωτευτεί διαδικτυακά αλλά τώρα έχει μπροστά της τον Κρις με σάρκα κι οστά και πιστεύει ότι οι δυο τους ταιριάζουν απόλυτα. Η μητέρα της κατάλαβε πώς νιώθει η Κορίνα και τη συμβούλεψε να ακούσει την καρδιά της κι όχι τη λογική σε θέματα αγάπης. Αφού ένιωσε τόσο δυνατά συναισθήματα για τον Κρις θα το μετανιώσει αν δεν μείνει μαζί του. Την μητέρα της άκουσε η Κορίνα κι έτσι παντρεύτηκαν όχι με παπά και με κουμπάρο αλλά με τελετή που έγινε διαδικτυακά και υπέγραψαν ψηφιακά- έτσι γινόταν το 2160 μ Χ.

Η επανάσταση που είχε ξεκινήσει στην Ελλάδα εξαπλώθηκε σε όλον τον κόσμο και αφού δεν μπορούσαν να την καταπνίξουν οι κυβερνώντες έφτασαν σε συμβιβασμό. Θα φορούσαν μάσκες παντού, αλλά θα επιτρεπόταν να ταξιδέψουν. Όποιος ήθελε θα μαγείρευε, αλλιώς θα υπήρχαν ακόμα τα χάπια για όποιον τα προτιμούσε. Τα σχολεία θα άνοιγαν ξανά τις πόρτες τους, το ίδιο και τα πανεπιστήμια. Η ζωή θα έφτανε να αξιοποιήσει στο έπακρο την τεχνολογία αλλά χωρίς να υπάρχει έλεγχος κι έτσι θα μπορούσαν πλέον να ονειρεύονται ελεύθερα χωρίς τα μικροτσίπ.


15 Μαΐου 2026

Ροζ τριαντάφυλλο

 

     



     Μόλις σχόλασε, προχώρησε για εκεί που είχε παρκάρει.

  Κι εκεί στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου της είδε μια μικρή ανθοδέσμη με ένα ροζ τριαντάφυλλο! Χαμογέλασε, ήξερε ότι ήταν από τον άντρα της. 

    Της άρεσε αυτή η γλυκιά κίνηση. Την είχε ξεκινήσει πριν λίγους μήνες η ίδια, αφήνοντας κάτω από τους υαλοκαθαριστήρες του ένα σημείωμα με λόγια αγάπης. Και ο σύζυγός της, συνέχισε την δικιά τους παράδοση είτε με χαρτάκια με ωραία λόγια είτε με τριαντάφυλλα. 

    Μια υπενθύμιση ότι σκέφτεται ο ένας τον άλλον, ότι παρά τη ρουτίνα τους και τα πολλά χρόνια γάμου τους, εκτιμάνε ο ένας τον άλλον ακόμα. Τον πήρε αμέσως τηλέφωνο και τον ευχαρίστησε για την έκπληξη. 

   Μετά, η πριγκίπισσα -γιατί έτσι ένιωσε για λίγο- μεταμορφώθηκε σε παραδουλεύτρα φτάνοντας σπίτι και τρέχοντας να προλάβει καθαριότητα μπάνιου, πλυντήρια ρούχων, φαγητό για όλους και καθάρισμα κουζίνας. 

     Το τριαντάφυλλο μπήκε στο βάζο και ήταν εκεί πάντως, να της θυμίζει (μέχρι να αρχίσει να μαραίνεται) ότι η σχέση τους θέλει κι αυτή φροντίδα για να παραμένει ανθισμένη.



 Ψυχο-Λογοτεχνήματα (Μαρία Καλαϊτζάκη), 2026


08 Μαΐου 2026

Χυμός καρπούζι



     Τεράστια κύματα πλακώνουν το χωριό, φτάνουν μέχρι το σπίτι τους, τσουνάμι εξωπραγματικό έρχεται να ξεκάνει τον τόπο. Η Καίτη ξυπνάει κάθιδρη. Βρίσκεται στο χωριό για διακοπές με τους δικούς της αλλά περνάει βαρετά. Το αίμα της βράζει και δεν αντέχει άλλο να κάθεται στην αυλή του σπιτιού τους χωρίς να κάνει κάτι. Τόσα χρόνια και ιδιαίτερες φιλίες στο χωριό δεν απέκτησε μιας και το σπίτι τους ήταν προς το τέλος του χωριού και οι γείτονες τριγύρω είτε ήταν ηλικιωμένοι είτε έρχονταν διακοπές με γεμάτο πρόγραμμα που δεν χωρούσε πολλά πολλά. Θα ήθελε κι η Καίτη, να πάει σε διάφορα μέρη κι αξιοθέατα του νησιού, να γυρίσει σε όλες τις παραλίες, να δει τις ομορφιές του νησιού που έβλεπαν όλοι οι άλλοι εκτός από την ίδια. Γιατί δεν είχαν αυτοκίνητο. Και το χωριό δεν είχε λεωφορείο να το ενώνει με την πόλη. Κι ωτοστόπ δεν ήθελε να κάνει, ντρεπόταν και φοβόταν. Κι έμοιαζε η τύχη της καταδικασμένη να μείνει σε αυτήν την αυλή όλο το καλοκαίρι άντε και σε καμιά εκκλησία που γιόρταζε, άντε και σε καμιά θεία αργά το απόγευμα για περαντζάδα αλλά δεν ήταν αυτό που ονειρευόταν. Στα 19 της ήθελε περιπέτειες, ήθελε γνωριμίες, ήθελε να ζήσει κι όχι να μοιάζει με 100 χρονών γριά.


      Ώσπου το πρωί του Σαββάτου μια ξαδέλφη της της πρότεινε να πάνε παραλία με το αυτοκίνητό της κι εκεί στο beach bar έκατσαν δίπλα της αγόρια και κορίτσια που αμέσως την έβαλαν στην κεφάτη παρέα τους. Είχαν έρθει στο νησί για λίγες μέρες. Της είπαν σε ποιο ξενοδοχείο μένουν και πότε θα φύγουν. Ένας από τους νεαρούς, που της συστήθηκε ως Φίλιππος, της μιλούσε περισσότερο και αυτή ένιωθε άβολα στην αρχή να είναι το επίκεντρο της προσοχής, αλλά αυτός συνέχιζε να της κάνει πολλές ερωτήσεις κι ήταν αγένεια να μην του απαντά. Τι όμορφα που ήταν να συνομιλεί με άτομα της ηλικίας της! Ένιωθε επιτέλους ζωντανή! Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν ακόμα τα κινητά… αλλά η παρέα της είπε ραντεβού στον Αστερία αύριο πρωί. Φυσικά είπε ναι. Θα πήγαινε πάλι με την ξαδέλφη της.

     Η άλλη μέρα, Κυριακή πρωί, έφτασε, έλα όμως που η ξαδέλφη της είχε άλλες δουλειές και δεν θα κατέβαινε παραλία. Τι στεναχώρια για την Καίτη… Πώς θα συναντούσε τον Φίλιππο; Λοιπόν, το πήρε απόφαση, θα πήγαινε με τα πόδια. Σε μισή ώρα θα έφτανε. Τι κι αν έκανε ζέστη; Τι κι αν ο δρόμος δεν είχε χώρο για πεζούς; Αυτή ήταν αποφασισμένη να ξαναδεί τον Φίλιππο. Αθλητικός τύπος, της είχε κάνει εντύπωση που έκανε αποτρίχωση τα πόδια του… Ήταν ομιλητικός, ό,τι κι αν έλεγε, η Καίτη το άκουγε με ενδιαφέρον, μελαχρινός, μέτριο ανάστημα, σπινθηροβόλο βλέμμα, ύφος κατακτητή. Δεν ήθελε και πολύ η Καίτη να τον ερωτευτεί με την πρώτη ματιά… Εξάλλου, ήταν και φοιτητής στο τρίτο έτος στο Πολυτεχνείο. Η ίδια ήταν στο δεύτερο έτος Αγγλικής Φιλολογίας…

   Έφτασε στο beach bar. Η κεφάτη παρέα πουθενά. Κατέβηκε στην παραλία ψάχνοντας μια μια τις ξαπλώστρες αλλά δεν τους είδε κάπου. Μα τι απογοήτευση. Όπως κι αν έχει έκατσε εκεί μπροστά στην θάλασσα κι έκανε μια βουτιά, αφού ήρθε που ήρθε. Βγαίνοντας, ξανακοίταξε τριγύρω. Ήταν 10 το πρωί. Μήπως ήταν νωρίς για αυτούς; Αποφάσισε να κάνει ηλιοθεραπεία. Κατά τις 11 δίψασε και πήγε στο μπαρ. Παρήγγειλε έναν χυμό καρπούζι και την ώρα που έπινε την πρώτη γουλιά, ένιωσε ένα άγγιγμα στην πλάτη της. Γύρισε περίεργη και τι να δει; Ο νεαρός Φίλιππος της χαμογελούσε με τα καστανά μάτια του και τα ίσια λευκά δόντια του. Τι άλλο να ζητήσει; Έλαμπε από την χαρά της! «Οι άλλοι πού είναι;», «Κοιμούνται του καλού καιρού, πετάχτηκα μόνος μου να σε συναντήσω!». Η Καίτη κοκκίνισε. Κάτι τέτοια λόγια ήθελε να ακούσει αλλά τώρα που συνέβαινε, ένιωθε αμηχανία. Σαν να το κατάλαβε ο Φίλιππος, στράφηκε στον χυμό της, -«Καλός;» - «Χμμμ, όχι όσο θα ήθελα, δροσερός μεν αλλά νερουλός!». «Να πιω μια γουλιά;», και πριν προλάβει να πει ΟΚ η Καίτη ο Φίλιππος ρούφηξε από το καλαμάκι της λαίμαργα δυο τρεις γουλιές. Έκανε να διαμαρτυρηθεί η Καίτη αλλά ο Φίλιππος γέλασε και την πήρε από το χέρι για να βουτήξουν. Εκεί στην αλμύρα της θάλασσας κάτω από τον ζεστό ήλιο έδωσαν το πρώτο τους φιλί. Γλυκό και τρυφερό ήταν, δροσερό σαν το χυμό καρπούζι. Τα επόμενα φιλιά ήταν παθιασμένα. Τρόμαξε η Καίτη με την δύναμη των συναισθημάτων της…αλλά ήξερε μέσα της ότι ο Φίλιππος ήταν ο ένας.

     Ο Φίλιππος το υπόλοιπο των διακοπών του το πέρασε με την Καίτη, τους φίλους του τους άφησε να κάνουν τις διακοπές τους όπως ήθελαν. Ήταν μαγευτικές αυτές οι πέντε μέρες. Η Καίτη του έδωσε τον αριθμό του σταθερού της και τη διεύθυνσή της. Αφού έμεναν και οι δυο Αθήνα, δεν μπορεί, θα βρισκόντουσαν. Ήρθε η μέρα που έφυγε ο Φίλιππος και η Καίτη ήθελε να φύγει κι αυτή μαζί του. Αλλά ήταν προγραμματισμένο να φύγουν σε δέκα μέρες. Και πώς θα άντεχε τόσο χωρίς τον έρωτά της; Σκέφτηκε να του γράψει γράμμα αλλά διαπίστωσε ότι ο Φίλιππος δεν της είχε δώσει την διεύθυνσή του. Τώρα; Τι θα κάνει; Πώς θα περάσουν οι μέρες, οι ώρες, τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα μακριά του; Όλο αυτόν σκεφτόταν, ήταν συνέχεια αφηρημένη κι η μητέρα της κατάλαβε ότι κάτι συμβαίνει αλλά όπως πάντα δεν έδωσε σημασία.

   Όταν επιτέλους επέστρεψαν Αθήνα, μάταια περίμενε ένα γράμμα του ή ένα τηλεφώνημα από αυτόν. Ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Είχε αρχίσει να σκέφτεται τα χειρότερα… «Αν δεν είναι καλά; Ή αν δεν σήμαινα τίποτα για αυτόν; Αν ήμουν απλώς μια καλοκαιρινή περιπέτεια;» Είχε πέσει σε μαύρες σκέψεις. Θα πήγαινε στη σχολή του, δεν μπορεί, θα τον έβρισκε. Το ‘πε και το ‘κανε. Πήγε με το λεωφορείο στο Πολυτεχνείο. Αλλά το μετάνιωσε. Γιατί τον είδε στο κυλικείο της σχολής με μια κοπέλα άλλη, αγκαλιά. Μάλιστα φιλήθηκαν κιόλας. Παρηγοριά δεν έβρισκε η Καίτη. Εξαφανίστηκε να μην την δουν και γύρισε σπίτι νιώθοντας προδομένη. Πώς έπεσε τόσο έξω; Για μέρες δεν μιλούσε και δεν έτρωγε σε σημείο που ανησύχησε η μητέρα της και την πήγε στον γιατρό, ο οποίος σύστησε ξεκούραση και ηρεμία. Πέρασε ο καιρός και η Καίτη ανέκαμψε. Έγινε δυναμική και είχε πάντα το πάνω χέρι στις γνωριμίες της. Δεν άφηνε τίποτα στην τύχη του και επέλεγε με ποιον θα κάνει σχέση και για πόσο διάστημα. Αλλά όχι, ερωτευμένη δεν ήταν με κανέναν. Και ήταν τόσο βαθιά πληγωμένη που δεν φανταζόταν να μπορεί να ερωτευτεί ξανά. Προς το παρόν, ζούσε την κάθε μέρα της σα να μην υπάρχει αύριο. Το μέλλον δεν το ξέρουμε, σκεφτόταν, το παρελθόν δεν αλλάζει, το παρόν όμως το ζούμε τώρα και το διαμορφώνουμε εμείς…Για αυτό στο χέρι της έκανε τατουάζ τη φράση carpe diem…




(Το κείμενο πρωτο-δημοσιεύτηκε ηχογραφημένο στο YouToube στο κανάλι του περιοδικού Storywits)
 

04 Μαΐου 2026

Η λίστα με τα όνειρα

 


Ανοίγω το κινητό και σημειώνω τι πρέπει να αγοράσω από το σούπερ μάρκετ ενώ οι σκέψεις μου τρέχουν πιο γρήγορα από το πώς κινείται το χέρι μου: ταμπλέτες για το πλυντήριο πιάτων, πάνες για το μικρό, μαρμελάδα από την καλή (γιατί είναι πιο νόστιμη κι έχει καλύτερη υφή), χαρτοπετσέτες (πώς στο καλό τελειώνουν τόσο γρήγορα;), φακές (τις έχει σιχαθεί η ψυχή μου, κάθε βδομάδα τις μαγειρεύω, ευτυχώς βρήκα λύση και για μένα φτιάχνω φακόρυζο),  βρώμη (ξεκίνησε και το μικρό και τρώει γάλα με βρώμη με το κουταλάκι, τι πλάκα που έχει), αλεύρι (θέλω πολύ να κάνω κουλουράκια για το Πάσχα μαζί με τα παιδιά μου)…Εννοείται γάλατα, γιαούρτια και τυριά (ευτυχώς κόψαμε τα αλλαντικά και ησύχασα, πέντε-πέντε τις έτρωγε τις γαλοπούλες ο μεγάλος). Τι άλλο; Να σκεφτώ λίγο…Διάφορα φρούτα και λαχανικά (να προσέξω να είναι ώριμα τα αχλάδια και οι ντομάτες, αλλιώς δεν είναι νόστιμα).

Και πώς έχουν ακριβύνει όλα, δεν σε φτάνουν τα 100 ευρώ, πάντα κάτι θα λείπει και ξαναπάς σούπερ. Δεν το καταλαβαίνω αυτό, το έχω συζητήσει με όλους, δουλεύουμε απλά για να επιβιώνουμε. Τα βασικά προφταίνουμε με τους μισθούς μας. Τα έξτρα με την πιστωτική. Τα ωραία τα βάλαμε σε παύση, εκεί να περιμένουν σαν αχνιστό φαΐ που όμως το βλέπεις μέσα από τζαμαρία και δεν το τρως κι ας πεινάς. Πού πήγαν τα όνειρά μου; Με περιμένουν αλλά πότε θα πραγματοποιηθούν; Θέλω να ταξιδέψω, στην Ευρώπη για αρχή. Θέλω να μάθω Ιταλικά. Θέλω να κάνω και δεύτερο μεταπτυχιακό. Θέλω να πάω σε εργαστήρι θεατρικής τέχνης. Θέλω και σε εικαστικό εργαστήρι. Θέλω να παρακολουθήσω και σεμινάριο δημιουργικής γραφής. Θέλω να διαβάσω πολλά βιβλία που έχω στη λίστα μου και δεν τα έχω αγοράσει. 

Θα ήθελα να έχω μια υπέροχη, μεγάλη βιβλιοθήκη αλλά σε αυτό το σπίτι δεν υπάρχουν ελεύθεροι τοίχοι. Πρέπει να αρκεστώ στη μικρή βιβλιοθήκη με τα έξι ράφια που είναι ήδη γεμάτα. Έχω στο κάτω κάτω ράφι συγγράμματα του πανεπιστημίου μου και εργασίες μου εκτυπωμένες. Στο δεύτερο ράφι έχω βιβλία σχετικά με το μεταπτυχιακό μου. Στο τρίτο ράφι έχω βιβλία γονεϊκότητας, συντροφικότητας και αυτογνωσίας. Στο τέταρτο και πέμπτο ράφι έχω τα λογοτεχνικά βιβλία που μου άρεσαν. Όσα δεν μου άρεσαν, τα έχω χαρίσει. Και στο πάνω πάνω ράφι έχω κλασική λογοτεχνία, ποιήματα και τον αγαπημένο μου Ερωτόκριτο, σε απλή έκδοση, μικρού -σε μέγεθος- βιβλίου. Κι όμως είχα διαβάσει πρώτη φορά τον Ερωτόκριτο σε σίγουρα συλλεκτική έκδοση, σίγουρα παλιό, πολύτιμο βιβλίο, τότε που ήμουν παιδί ακόμα στην αυλή του σπιτιού μας στην Κρήτη-ο γείτονάς μας με άφηνε να το διαβάζω. Ήταν μεγάλο, με σκληρόδετο εξώφυλλο. Όταν πέθανε ο γείτονας, πολύ ήθελα να μου το είχε αφήσει κληρονομιά-αλλά φυσικά πήγε στους συγγενείς του.

 Αχ, πέρασε η ώρα, να βγάλω την κατσαρόλα από το μάτι, έτοιμος ο αρακάς για αύριο…


(Δημοσιεύτηκε στο special τεύχος του Storywits "Η ιδέα πριν την ιστορία"- Μάιος 2026)


30 Απριλίου 2026

Η τυρκουάζ ομπρέλα



Όλα στραβά της πάνε. Μια άσπρη μέρα δεν έχει δει. Την έπιασε το παράπονο. Μόνη. Νιώθει μόνη. Κι ο καιρός δεν βοηθάει. Βρέχει. Όλο βρέχει. Της πήρανε την ομπρέλα της, την ωραία τυρκουάζ ομπρέλα με το κουμπί για να ανοιγοκλείνει αυτόματα. Που της έφτιαχνε τη διάθεση. Συνηθισμένο φαινόμενο αυτό με τις ομπρέλες. Εδώ η βροχή κρατάει μέρες. Αχ, όταν πρωτοήρθε εδώ από την Αθήνα, έβρεχε συνεχόμενα για μια βδομάδα. Της είχε κάνει εντύπωση ότι η ζωή συνεχιζόταν σα να μη συνέβαινε κάτι άσχημο… απλά υπό το μόνιμο ψιλόβροχο οι άνθρωποι κινούνταν στην αγορά και στη δουλειά τους. Αυτή δεν είχε δουλειά. Δεν μπορούσε να βρει δουλειά σε αυτήν την πόλη…

Βγήκε από τον φούρνο χωρίς ομπρέλα καταδικασμένη να βρέχεται, είχε βέβαια κουκούλα αλλά της την έσπαγε που έπεφταν οι σταγόνες της βροχής στα γυαλιά της. Το παιδί ήταν με τον άντρα της αυτήν τη στιγμή. Είναι Σάββατο. Έχει ένα σωρό δουλειές, για τις οποίες κανείς δεν της λέει μπράβο ούτε και πληρώνεται. Σε όσες θέσεις εργασίας πήγε μέχρι στιγμής την είχαν απορρίψει. Είτε ήταν overqualified είτε δεν είχε εμπειρία είτε απλά δεν έκανε λέει για τη θέση.

Σε μια τόσο επισφαλή οικονομία απλά έκανε υπομονή με τον λιγοστό μισθό του άντρα της και την βοήθεια των δικών τους και πορεύονταν μέρα με τη μέρα. Συχνά πήγαινε στην εκκλησία, εκεί ήταν το καταφύγιο της. Είχε στο αρχονταρίκι ένα κείμενο σε κάδρο, ύμνο προς την αγάπη του Αποστόλου Παύλου, που δάκρυσε όταν το πρωτοδιάβασε:

ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται, ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοί,

ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τά ἑαυτῆς,

οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τό κακόν, οὐ χαίρει ἐπί τή ἀδικία,

συγχαίρει δέ τή ἀληθεία, πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει,
πάντα ὑπομένει. ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει.

Οκ, μπορεί να τα έβγαζαν δύσκολα πέρα αλλά αγαπούσαν ο ένας τον άλλον και οι δυο μαζί το παιδί τους. Το παιδί ζωηρό, έξυπνο, με νεύρο, δεν καθόταν όμως ήσυχα στην εκκλησία και αναγκαζόταν να του παίρνει μαζί και τα αυτοκινητάκια του να παίζει όσο παρακολουθούσε τη λειτουργία. Οι γονείς της στην Αθήνα, ο άντρας της να τρέχει σε δουλειές κι αυτή μόνη χωρίς φίλους και συγγενείς σε μια αφιλόξενη πόλη. Έτσι ένιωθε τότε. Ότι δεν είχε χώρο για αυτήν εκεί. Ότι πάλευε να βρει την θέση της στην πόλη. Με τα στενά πεζοδρόμια να προσπαθεί να περάσει με το καρότσι. Πόσες φορές είχε εκνευριστεί δυσκολευόμενη να σπρώξει το καρότσι ανάμεσα σε σταματημένα στη μέση του πεζοδρομίου αυτοκίνητα, μηχανάκια, πέφτοντας πάνω σε κολώνες και μέσα σε λακκούβες. Σε μια τέτοια φάση είδε μια μαμά να σπρώχνει το αναπηρικό αμαξίδιο του παιδιού της και το βλέμμα της καρφώθηκε εκεί. Ντράπηκε. Ένιωσε τόσο αμήχανα. Από πού κι ως πού τολμούσε να έχει παράπονα αυτή με ένα υγιέστατο αρτιμελές παιδί; Τι να πει κι αυτή η μάνα με το παιδί της καθηλωμένο για πάντα στο αμαξίδιο; Χαμήλωσε το βλέμμα και συνέχισε να σπρώχνει το καρότσι με το παιδί προς το σπίτι τους. Όχι, δεν είχε δικαίωμα να γκρινιάζει. Απλά ένιωθε ότι δεν την καταλαβαίνει και κανένας αφού δεν είχε κανέναν κοντά της. Το παιδί ήθελε τα δικά του, ο άντρας της τα δικά του κι αυτή να τρέχει για να τους καλύψει τις ανάγκες και τα θέλω. Τα δικά της θέλω; Σε αναμονή. Η ζωή της όλη σε αναμονή. Αν είχε έστω μια φίλη να μιλήσει. Οι φίλες της ήταν Αθήνα και απομακρύνθηκαν, δεν είχαν παντρευτεί αυτές ακόμα, δεν είχαν παιδί και δεν την καταλάβαιναν. Οι συμφοιτήτριες της έφυγαν και είχαν αραιή επικοινωνία στα κοινωνικά δίκτυα. Μόνη ένιωθε. Τόσο μόνη. 

Ένα πρωί σε ένα δρομολόγιο προς την παιδίατρο έχασε το ένα σκουλαρίκι της. Ασημένιο, δώρο της μαμάς της για την είσοδό της στο πανεπιστήμιο. Τα φόραγε συνέχεια και τώρα έμεινε μόνο με το ένα. Το άλλο χάθηκε, πάει το ταίρι του. Στεναχωρήθηκε. Αναστατώθηκε. Δεν μπόρεσε να το βρει όσο κι αν έψαξε. Έβαλε το απομεινάρι σε ένα κουτάκι και το φύλαξε στην ντουλάπα, ίσως μπορούσε το ένα σκουλαρίκι να αξιοποιηθεί κάπως; Να γίνει κρεμαστό στο λαιμό μήπως; Δεν ξέρει αν γίνεται.

Άλλη φορά, χειμώνας ήταν, έχασε τον αγαπημένο της σκούφο που είχε αγοράσει ως φοιτήτρια γιατί έκανε πολύ κρύο. Ο σκούφος είχε μωβ λεπτομέρειες και της πήγαινε πολύ, την φώτιζε. Πάει και αυτός. Είχε προλάβει να βγάλει μια φωτογραφία με αυτόν τον σκούφο στο χιονισμένο τοπίο όπου σπούδαζε: πριν παντρευτούν και κάνουν παιδί, πόζαρε χαμογελαστή στον σύντροφό της με το χιόνι να πέφτει γύρω της. Της άρεσαν οι φωτογραφίες, και να βρίσκεται μπροστά από τον φακό και πίσω από τον φακό. Φυσικά, όταν έγινε μαμά, αγαπημένο της αντικείμενο φωτογράφισης ήταν ο γιος τους. Και ήταν δύσκολο να τον προλάβεις ακίνητο πριν κουνηθεί και βγει θολή η φωτογραφία. Εξπέρ έγινε στα γρήγορα κλικ που κέντραραν εκεί που έπρεπε. Ίσως ασχοληθεί με την φωτογραφία λοιπόν, γιατί όχι; Ας μεγαλώσει λίγο το παιδί και θα δει... 

Μια Κυριακή πήγανε όλοι μαζί στην εκκλησία με ψιλόβροχο. Στο τέλος της λειτουργίας πήγε να πάρει την ομπρέλα της – μια φτηνή, με καρό σχέδιο- που είχε αφήσει στην είσοδο και τι να δει; Ανάμεσα σε πολλές άλλες, ξεχώρισε την δικιά της χαμένη από καιρό τυρκουάζ ομπρέλα με το κουμπί που ανοίγει αυτόματα! Αυθόρμητα, την άρπαξε με λαχτάρα και κοίταξε την οικογένειά της χαμογελαστή!

 

  

 








 

Η Περιπέτεια του Βρεκουάξ (παραμύθι)

  Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα βατραχάκι που πολύ του άρεσε να τσαλαβουτά στα νερά και να χοροπηδά στις πέτρες και τα βράχια και μετά μπ...

Back to Top