Ψυχο-Λογοτεχνήματα (Μαρία Καλαϊτζάκη): Ιουλίου 2026

30 Ιουλίου 2026

Η Περιπέτεια του Βρεκουάξ (παραμύθι)

 



Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα βατραχάκι που πολύ του άρεσε να τσαλαβουτά στα νερά και να χοροπηδά στις πέτρες και τα βράχια και μετά μπλουμ ξανά στο νερό κολυμπώντας χαρούμενο.

Το βατραχάκι που το έλεγαν Βρεκουάξ συχνά ξεχνιόταν ώρες μακριά από την βατραχο-οικογένειά του, απορροφημένο από όσα ανακάλυπτε στα διάφορα μέρη -ποτάμια, λίμνες, βάλτους- που πήγαιναν κατά καιρούς. Δεν είχαν σταθερό σπίτι και αυτό του άρεσε πολύ, γιατί η ζωή του ήταν γεμάτη περιπέτειες!

Μια μέρα εκεί που πλατσούριζε αμέριμνο σε μια λιμνούλα με νούφαρα, νιώθει ξαφνικά κάτι να τον γραπώνει…και σε λίγο βρισκόταν μετέωρο πάνω από το νερό.

Έκανε να χοροπηδήσει αλλά τα ποδαράκια του μπλέχτηκαν στο δίχτυ. Ήταν μια απόχη που την κρατούσε ένα παιδάκι…

«Μαμά, μαμά, κοίτα! Έπιασα ένα βατραχάκι!», φώναξε ενθουσιασμένο το παιδάκι. 

Και ο Βρεκουάξ κόντεψε να λιποθυμήσει από τον φόβο του. Χίλια σενάρια πέρασαν από το μυαλό του: ότι θα καταλήξει να γίνει τηγανητά βατραχοπόδαρα, ότι θα τον κλείσουν σε ενυδρείο, ότι θα γίνει πειραματόζωο, ότι θα γίνει τροφή για πουλιά, ότι- ότι-ότι… 

Είχε αρχίσει να ζαλίζεται επικίνδυνα όταν, για καλή του τύχη, η μαμά του παιδιού είπε: «Ωωωω, τι ωραίο βατραχάκι! Όμως γλυκέ μου, καλύτερα να το αφήσεις πάλι πίσω στη λίμνη, γιατί εκεί βρίσκεται το σπίτι του, εντάξει; Κρίμα δεν είναι να το ψάχνουν οι δικοί του;».

Κι έτσι το παιδάκι, αφού το σκέφτηκε, αποφάσισε να βάλει πάλι την απόχη πίσω στο νερό και να αφήσει το βατραχάκι να βουτήξει μέσα.

 Ο Βρεκουάξ έβαλε όλη του τη δύναμη στα μικρά του ποδαράκια και κολύμπησε όσο πιο γρήγορα μπορούσε μακριά από το παιδάκι, προς το βάθος της λίμνης, προς το μεγαλύτερο νούφαρο κάτω από το οποίο βρισκόταν η βατραχο-οικογένειά του. 

Τους φίλησε όλους με την κόκκινη, μακριά του γλώσσα ανακουφισμένος που τους ξαναβρήκε κι υποσχέθηκε να είναι πιο προσεκτικός στις εξορμήσεις του.



03 Ιουλίου 2026

Ηλιοβασιλέματα


 

Η Άρια λατρεύει τα ηλιοβασιλέματα… Τα καλοκαίρια θέλει πολύ να προλαβαίνει την golden hour, τότε που ο ουρανός φοράει τα καλά του και βάφεται με τα χρώματα της δύσης, βαθύ κόκκινο, βιολετί, πορτοκαλί, κίτρινο… Η ώρα αυτή την γαληνεύει και προτιμά να βρίσκεται κάπου που κυριαρχεί το υγρό στοιχείο, ώστε να βλέπει στο νερό τις αντανακλάσεις των χρωμάτων. Της αρέσει επίσης να βγάζει φωτογραφίες ακριβώς την ώρα αυτή, είτε selfies είτε του τοπίου. Είναι μια μαγική στιγμή που της θυμίζει ότι τα πάντα είναι δυνατόν να συμβούν. Της θυμίζει ότι ο κόσμος γύρω της έχει ακόμα ομορφιές και ότι αξίζει να προσπαθείς να τις ανακαλύψεις.

Μια τέτοια στιγμή χάζευε αφηρημένα τον ήλιο να κρύβεται στον ορίζοντα, πέρα από την γαλήνια θάλασσα, όταν την διέκοψε από τις σκέψεις της ένας ποδηλάτης… Είχε κι αυτός σταματήσει πάνω στο ποδήλατό του και θαύμαζε το τοπίο, όταν άρχισε να μαγνητίζεται από την Άρια, κι όχι άδικα αφού ήταν μια κοπέλα με πυρόξανθα μακριά μαλλιά, δέρμα ηλιοκαμένο και θεσπέσιο κορμί. Δεν δίστασε λοιπόν να την πλησιάσει, δεν είχε να χάσει και κάτι. 

«Έρχομαι κάθε μέρα εδώ και πρώτη φορά σε βλέπω», της είπε. «Είμαι εδώ για διακοπές», του απάντησε. «Γιάννης», της συστήθηκε. «Άρια», έδωσε αμέσως το όνομά της στον όμορφο ποδηλάτη. «Από το Αριάδνη να υποθέσω;». «Ναι!» «Υπέροχο όνομα για μια υπέροχη κοπέλα!». «Ευχαριστώ!», χαμογέλασε παιχνιδιάρικα η Άρια. Αφού είχαν δώσει τα χέρια κατά τη διάρκεια των συστάσεων, ο Γιάννης εσκεμμένα συνέχιζε να κρατάει το χέρι της, ενώ παράλληλα το βλέμμα του επέστρεψε στο ηλιοβασίλεμα. 

Η Άρια ένιωσε άβολα προς στιγμή, αλλά έστρεψε κι αυτή τη ματιά της στα μαγευτικά χρώματα του ουρανού κι απλά χαλάρωσε. Ας είναι, σκέφτηκε, μου χρειάζεται λίγο φλερτ, δεν πειράζει. «Πόσες μέρες θα κάτσεις στο νησί μας;», ρώτησε με αγωνία ο Γιάννης. Η Άρια ζύγισε τα λόγια της κι απάντησε: «Όσο χρειαστεί…». Το χέρι του ποδηλάτη πήγε απαλά στα μαλλιά της και η Άρια έμεινε ακίνητη μη χαλάσει τη στιγμή. «Θες να σου δείξω το μέρος που πηγαίνω συνήθως και ρεμβάζω;», την παρακάλεσε σχεδόν ο Γιάννης. «Ναι, αν δεν είναι μακριά». «Έλα, πάμε, θα παρκάρω το ποδήλατό μου στην καφετέρια πιο κάτω και θα συνεχίσουμε με τα πόδια».

Η Άρια είχε περιέργεια να εξερευνήσει το μέρος μιας και νοίκιαζε δωμάτιο μέσα στην πόλη και είχε έρθει με ταξί στο χωριό αυτό για να δει τη ζωή των ντόπιων και φυσικά να γευτεί τα νόστιμα φαγητά τους. Ο Γιάννης κρατώντας το ποδήλατο από το τιμόνι περπατούσε δίπλα της και ένιωθε μεθυσμένος από χαρά αλλά και από το άρωμα της φρεσκάδας που ανέδυε η Άρια. Σχεδόν δεν μπορούσε να μιλήσει. Με δυσκολία της είπε «Ακολούθησε με», μόλις άφησε το ποδήλατό του στους γνωστούς του στην καφετέρια.

 Τελικά, περνώντας από σοκάκια γεμάτα από λουλούδια, βουκαμβίλιες και γιασεμιά, έφτασαν σε μια φρεσκο-ασβεστωμένη βρύση που έρρεε συνεχόμενα νερό και είχε ένα παγκάκι δίπλα της. «Τι ήσυχα που είναι εδώ!» σχεδόν ψιθύρισε η Άρια. «Ακριβώς! Για αυτό έρχομαι συχνά εδώ και ηρεμεί η σκέψη μου. Μάλιστα όταν θυμάμαι τις αφηγήσεις από ηλικιωμένες κυρίες του χωριού για το πώς σαν νεαρές έρχονταν εδώ να βάλουν νερό στις στάμνες τους και να μιλήσουν μεταξύ τους, χαμογελάω. Ήταν επίσης και σημείο συνάντησης ερωτευμένων τα βράδια!». «Α μάλιστα!», γέλασε η Άρια.

 «Μένεις μόνιμα εδώ;», τον ρώτησε με γνήσια περιέργεια. Ο Γιάννης της αφηγήθηκε ούτε λίγο ούτε πολύ όλη του τη ζωή. Είχε επιστρέψει στο νησί όταν πέθαναν οι γονείς του με σκοπό να συντηρήσει το σπίτι αλλά τελικά τον κέρδισαν οι χαλαροί ρυθμοί κοντά στη φύση. Για να βιοποριστεί δούλευε πότε σε καφετέριες, πότε σε ξενοδοχεία. Η Άρια κάπως στράβωσε με το ότι δεν είχε μια σταθερή εργασία ο Γιάννης. Τον είχε συμπαθήσει πολύ και ήδη στο μυαλό της έφτιαχνε σενάρια σχέσης μαζί του. Σα να κατάλαβε ο Γιάννης τον δισταγμό της και την έβγαλε από τις σκέψεις της λέγοντας: «Ευτυχώς οι γονείς μου μου άφησαν και αρκετά στρέμματα με ελιές και κάθε χρόνο πουλάω αρκετό λάδι». «Θέλουν όμως αρκετή φροντίδα οι ελιές», επισήμανε η Άρια. «Πράγματι», συμφώνησε ο Γιάννης. «Αρκετά όμως με αυτά. Τι λες, πάμε για φαγητό και κανά ουζάκι;», τη ρώτησε ο Γιάννης.

Σε δέκα λεπτά είχαν φτάσει έξω από ένα παραδοσιακό καφενεδάκι που σέρβιρε και φαγητό και κάθισαν κεφάτοι να απολαύσουν τις γεύσεις του νησιού. «Στην υγειά μας!», ευχήθηκε ο Γιάννης. «Σε πολλά ηλιοβασιλέματα ακόμα», αντευχήθηκε η Άρια.

Οι μέρες και οι νύχτες περνούσαν πολύ όμορφα για τον Γιάννη και την Άρια που ταιριάξανε πολύ αλλά πλησίαζε το τέλος του Αυγούστου. Όσο κι αν ήθελε η Άρια να μείνει στο νησί, οι υποχρεώσεις της, την περίμεναν. Προσπαθούσε να σκεφτεί μια λύση και πρότεινε στον Γιάννη να έρθει μαζί της στην Αθήνα. «Κάτι θα βρεθεί εκεί για σένα να απασχοληθείς», του είπε. «Γιατί δεν έρχεσαι εσύ να μείνεις εδώ μαζί μου για πάντα;», αντιπρότεινε ο Γιάννης. Η Άρια πραγματικά το σκεφτόταν να πει το ναι αλλά κάπου δίσταζε. «Πάρε τον χρόνο σου, εγώ εδώ θα είμαι και θα σε περιμένω», της χάιδεψε τρυφερά το μάγουλο και τη φίλησε στα χείλη με ένα πάθος και μια απόγνωση ταυτόχρονα.

Η μέρα του αποχωρισμού έφτασε και η Άρια υποσχέθηκε να διευθετήσει τις υποχρεώσεις της και να κάνει ό,τι χρειαζόταν για έρθει μόνιμα στο νησί. Ο Γιάννης είχε μέσα του έναν αόριστο φόβο ότι δεν θα την ξαναδεί, ότι άπαξ και μπει στο πλοίο για Αθήνα δεν θα ξαναγυρίσει. 

Πράγματι, μετά από μια βδομάδα, η Άρια τον πήρε τηλέφωνο και με θλιμμένη φωνή του εξηγούσε πόσο δύσκολο της ήταν να εγκαταλείψει τη δουλειά της, τους φίλους και συγγενείς και τις συνήθειες της πόλης. «Θα σε θυμάμαι για πάντα και όποτε βλέπω ηλιοβασίλεμα, η σκέψη μου θα γυρνάει σε εσένα, καρδιά μου», του είπε. 

Ο Γιάννης αναστέναξε, της ευχήθηκε ό,τι καλύτερο στη ζωή της και δεν προσπάθησε να την παρακαλέσει ούτε να την μεταπείσει. Έτσι είναι η ζωή, σκέφτηκε. Σου χαρίζει τον έρωτα και μετά κάτι γίνεται και τον χάνεις μέσα από τα χέρια σου. Ας είναι. Μπορεί να έρθει το επόμενο καλοκαίρι και να ξαναδώ τότε τη μικρή μου ηλιαχτίδα, την Άρια, τη μικρή μου γοργόνα.

Ο Γιάννης συνέχισε μηχανικά τη ζωή του και πάντα έτρεφε την ελπίδα ότι θα την ξαναδεί, όμως πέρασαν αρκετά καλοκαίρια από τότε και η γλυκιά του Άρια δεν ξαναφάνηκε. 

Δυο ζευγάρια μάτια που δεν ξανασυναντήθηκαν κι ας παρακολουθούσαν ταυτόχρονα όλα τα ηλιοβασιλέματα…

 

 (Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο τεύχος Οκτωβρίου 2025 του Storywits)

 

 

 

 

Η Περιπέτεια του Βρεκουάξ (παραμύθι)

  Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα βατραχάκι που πολύ του άρεσε να τσαλαβουτά στα νερά και να χοροπηδά στις πέτρες και τα βράχια και μετά μπ...

Back to Top