Ψυχο-Λογοτεχνήματα (Μαρία Καλαϊτζάκη): Απριλίου 2026

30 Απριλίου 2026

Η τυρκουάζ ομπρέλα



Όλα στραβά της πάνε. Μια άσπρη μέρα δεν έχει δει. Την έπιασε το παράπονο. Μόνη. Νιώθει μόνη. Κι ο καιρός δεν βοηθάει. Βρέχει. Όλο βρέχει. Της πήρανε την ομπρέλα της, την ωραία τυρκουάζ ομπρέλα με το κουμπί για να ανοιγοκλείνει αυτόματα. Που της έφτιαχνε τη διάθεση. Συνηθισμένο φαινόμενο αυτό με τις ομπρέλες. Εδώ η βροχή κρατάει μέρες. Αχ, όταν πρωτοήρθε εδώ από την Αθήνα, έβρεχε συνεχόμενα για μια βδομάδα. Της είχε κάνει εντύπωση ότι η ζωή συνεχιζόταν σα να μη συνέβαινε κάτι άσχημο… απλά υπό το μόνιμο ψιλόβροχο οι άνθρωποι κινούνταν στην αγορά και στη δουλειά τους. Αυτή δεν είχε δουλειά. Δεν μπορούσε να βρει δουλειά σε αυτήν την πόλη…

Βγήκε από τον φούρνο χωρίς ομπρέλα καταδικασμένη να βρέχεται, είχε βέβαια κουκούλα αλλά της την έσπαγε που έπεφταν οι σταγόνες της βροχής στα γυαλιά της. Το παιδί ήταν με τον άντρα της αυτήν τη στιγμή. Είναι Σάββατο. Έχει ένα σωρό δουλειές, για τις οποίες κανείς δεν της λέει μπράβο ούτε και πληρώνεται. Σε όσες θέσεις εργασίας πήγε μέχρι στιγμής την είχαν απορρίψει. Είτε ήταν overqualified είτε δεν είχε εμπειρία είτε απλά δεν έκανε λέει για τη θέση.

Σε μια τόσο επισφαλή οικονομία απλά έκανε υπομονή με τον λιγοστό μισθό του άντρα της και την βοήθεια των δικών τους και πορεύονταν μέρα με τη μέρα. Συχνά πήγαινε στην εκκλησία, εκεί ήταν το καταφύγιο της. Είχε στο αρχονταρίκι ένα κείμενο σε κάδρο, ύμνο προς την αγάπη του Αποστόλου Παύλου, που δάκρυσε όταν το πρωτοδιάβασε:

ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται, ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοί,

ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τά ἑαυτῆς,

οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τό κακόν, οὐ χαίρει ἐπί τή ἀδικία,

συγχαίρει δέ τή ἀληθεία, πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει,
πάντα ὑπομένει. ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει.

Οκ, μπορεί να τα έβγαζαν δύσκολα πέρα αλλά αγαπούσαν ο ένας τον άλλον και οι δυο μαζί το παιδί τους. Το παιδί ζωηρό, έξυπνο, με νεύρο, δεν καθόταν όμως ήσυχα στην εκκλησία και αναγκαζόταν να του παίρνει μαζί και τα αυτοκινητάκια του να παίζει όσο παρακολουθούσε τη λειτουργία. Οι γονείς της στην Αθήνα, ο άντρας της να τρέχει σε δουλειές κι αυτή μόνη χωρίς φίλους και συγγενείς σε μια αφιλόξενη πόλη. Έτσι ένιωθε τότε. Ότι δεν είχε χώρο για αυτήν εκεί. Ότι πάλευε να βρει την θέση της στην πόλη. Με τα στενά πεζοδρόμια να προσπαθεί να περάσει με το καρότσι. Πόσες φορές είχε εκνευριστεί δυσκολευόμενη να σπρώξει το καρότσι ανάμεσα σε σταματημένα στη μέση του πεζοδρομίου αυτοκίνητα, μηχανάκια, πέφτοντας πάνω σε κολώνες και μέσα σε λακκούβες. Σε μια τέτοια φάση είδε μια μαμά να σπρώχνει το αναπηρικό αμαξίδιο του παιδιού της και το βλέμμα της καρφώθηκε εκεί. Ντράπηκε. Ένιωσε τόσο αμήχανα. Από πού κι ως πού τολμούσε να έχει παράπονα αυτή με ένα υγιέστατο αρτιμελές παιδί; Τι να πει κι αυτή η μάνα με το παιδί της καθηλωμένο για πάντα στο αμαξίδιο; Χαμήλωσε το βλέμμα και συνέχισε να σπρώχνει το καρότσι με το παιδί προς το σπίτι τους. Όχι, δεν είχε δικαίωμα να γκρινιάζει. Απλά ένιωθε ότι δεν την καταλαβαίνει και κανένας αφού δεν είχε κανέναν κοντά της. Το παιδί ήθελε τα δικά του, ο άντρας της τα δικά του κι αυτή να τρέχει για να τους καλύψει τις ανάγκες και τα θέλω. Τα δικά της θέλω; Σε αναμονή. Η ζωή της όλη σε αναμονή. Αν είχε έστω μια φίλη να μιλήσει. Οι φίλες της ήταν Αθήνα και απομακρύνθηκαν, δεν είχαν παντρευτεί αυτές ακόμα, δεν είχαν παιδί και δεν την καταλάβαιναν. Οι συμφοιτήτριες της έφυγαν και είχαν αραιή επικοινωνία στα κοινωνικά δίκτυα. Μόνη ένιωθε. Τόσο μόνη. 

Ένα πρωί σε ένα δρομολόγιο προς την παιδίατρο έχασε το ένα σκουλαρίκι της. Ασημένιο, δώρο της μαμάς της για την είσοδό της στο πανεπιστήμιο. Τα φόραγε συνέχεια και τώρα έμεινε μόνο με το ένα. Το άλλο χάθηκε, πάει το ταίρι του. Στεναχωρήθηκε. Αναστατώθηκε. Δεν μπόρεσε να το βρει όσο κι αν έψαξε. Έβαλε το απομεινάρι σε ένα κουτάκι και το φύλαξε στην ντουλάπα, ίσως μπορούσε το ένα σκουλαρίκι να αξιοποιηθεί κάπως; Να γίνει κρεμαστό στο λαιμό μήπως; Δεν ξέρει αν γίνεται.

Άλλη φορά, χειμώνας ήταν, έχασε τον αγαπημένο της σκούφο που είχε αγοράσει ως φοιτήτρια γιατί έκανε πολύ κρύο. Ο σκούφος είχε μωβ λεπτομέρειες και της πήγαινε πολύ, την φώτιζε. Πάει και αυτός. Είχε προλάβει να βγάλει μια φωτογραφία με αυτόν τον σκούφο στο χιονισμένο τοπίο όπου σπούδαζε: πριν παντρευτούν και κάνουν παιδί, πόζαρε χαμογελαστή στον σύντροφό της με το χιόνι να πέφτει γύρω της. Της άρεσαν οι φωτογραφίες, και να βρίσκεται μπροστά από τον φακό και πίσω από τον φακό. Φυσικά, όταν έγινε μαμά, αγαπημένο της αντικείμενο φωτογράφισης ήταν ο γιος τους. Και ήταν δύσκολο να τον προλάβεις ακίνητο πριν κουνηθεί και βγει θολή η φωτογραφία. Εξπέρ έγινε στα γρήγορα κλικ που κέντραραν εκεί που έπρεπε. Ίσως ασχοληθεί με την φωτογραφία λοιπόν, γιατί όχι; Ας μεγαλώσει λίγο το παιδί και θα δει... 

Μια Κυριακή πήγανε όλοι μαζί στην εκκλησία με ψιλόβροχο. Στο τέλος της λειτουργίας πήγε να πάρει την ομπρέλα της – μια φτηνή, με καρό σχέδιο- που είχε αφήσει στην είσοδο και τι να δει; Ανάμεσα σε πολλές άλλες, ξεχώρισε την δικιά της χαμένη από καιρό τυρκουάζ ομπρέλα με το κουμπί που ανοίγει αυτόματα! Αυθόρμητα, την άρπαξε με λαχτάρα και κοίταξε την οικογένειά της χαμογελαστή!

 

  

 








 

26 Απριλίου 2026

Σαν σοκολάτα- Μέρος Δεύτερο

  Ο Γιάννης ήταν δάσκαλος που έμενε Γιάννενα, και διορίστηκε Άρτα πέρυσι. Χωρισμένος με ένα παιδί, ερωτεύτηκε την Πελαγία σχεδόν το πρώτο λεπτό. Η Πελαγία είχε το νου της αλλού-στη δουλειά που θα πρωτοξεκινούσε- και δεν πήρε χαμπάρι. Στο γκρουπ ήταν τέσσερα άτομα, οι τρεις με αυτοκίνητο. Μόνο η Πελαγία ενώ ήξερε να οδηγεί, δεν είχε αξιωθεί να πάρει αυτοκίνητο. Ο  Γιάννης έδειξε προθυμία από την αρχή να την πηγαινοφέρνει στο σημείο συνάντησης, μιας και έμεναν σχετικά κοντά. Χρειάστηκε να περάσουν δυο μήνες για να καταλάβει η Πελαγία το ειλικρινές ενδιαφέρον του Γιάννη. Πάντα την άκουγε προσεκτικά, πάντα την πρόσεχε όταν έβρεχε, να την αφήνει ακριβώς έξω από την πόρτα του σχολείου ή του σπιτιού της και πάντα τη ρώταγε πώς ήταν η μέρα της. Ο Γιάννης δεν της άρεσε εμφανισιακά. Είχε ήδη αρχίσει να χάνει τα μαλλιά του. Και δεν ήταν και ψηλός. Αλλά είχε κάτι το απροσδιόριστο πάνω του που τον έκανε προσιτό και ήταν φιλικός και παρών στη ζωή της. Αποφάσισε, αφού φυσικά το συζήτησε με την Άννα, να του δώσει μια ευκαιρία. Βγήκαν για έναν καφέ το Σάββατο. Πήγε αναπάντεχα καλά. Ο καφές έγινε φαγητό και το φαγητό γλυκό και το γλυκό, ποτό και πέρασε όλο το Σάββατο με τους δυο τους να μιλάνε και να γελάνε και να κοιτιούνται στα μάτια και στο τέλος ο Γιάννης δεν άντεξε. Της κράτησε το χέρι σφιχτά, το χάιδεψε, η Πελαγία δεν το τράβηξε, κι ο Γιάννης έκανε την πρώτη κίνηση και την φίλησε εκεί στο μπαρ. Η Πελαγία ένιωσε ηλεκτρικό ρεύμα να την διαπερνά. Τα χείλη του ζεστά, τρυφερά, το φιλί του γλυκό και παθιάρικο ταυτόχρονα. Πολλά υποσχόμενο. Τι κι αν είχε ήδη ένα παιδί; Αυτός 44, αυτή 35 και το παιδί 4. Θα μπορούσε να λειτουργήσει όλο αυτό; Η πρώην του και το παιδί τους και αυτή στη μέση; Η σκέψη της προτρέχει. Ο Γιάννης κατάλαβε τους ενδοιασμούς της και την πήρε αγκαλιά. Μια αγκαλιά που της έδωσε δύναμη. Μαζί θα τα καταφέρουν. 

  Η Άννα ψοφούσε για λεπτομέρειες. Η φίλης της έλαμπε κυριολεκτικά. Τι κι αν ξύπναγε από τις 5.30 κάθε πρωί κι έφτανε σπίτι της μετά τις 3μμ; Είχε μια ενέργεια που δεν την είχε ξαναδεί πάνω της. «Βρε τι σου κάνει ο έρωτας;» την πείραζε καλοπροαίρετα κι η Πελαζί κοκκίνιζε.

  Στους τρεις μήνες σχέσης ο Γιάννης αποφάσισε να συστήσει την κοπέλα του στην πρώην του και στο παιδί τους. Δεν ήταν πετυχημένη συνάντηση αλλά κράτησαν όλοι τους τύπους. Το παιδί ήταν κολλημένο πιο πολύ στη μητέρα του, ο Γιάννης τον έπαιρνε σπίτι του κάθε 15 μέρες και στις γιορτές και περνούσαν ωραία αλλά δεν είχαν ακόμα το δέσιμο που θα ήθελε σαν πατέρας με γιο. 

  Η μητέρα της Πελαγίας δεν ήξερε τίποτα για τη σχέση της κόρης της. Όλο δικαιολογίες ότι κουράζεται πέρα δώθε στην Άρτα έβρισκε η Πελαγία και για αυτό δεν πήγαινε Αθήνα να δει τη μάνα της. «Ποιος την ακούει τώρα την κυρα-Αλεξάνδρα με την γκρίνια της;», σκεφτόταν και κούρνιαζε στην αγκαλιά του Γιάννη. Η σχέση τους άνθιζε. Παρόλο που ήταν μια ώρα το πρωί μαζί στο αυτοκίνητο, μια ώρα το μεσημέρι στην επιστροφή, μετά ο καθένας σπίτι του να ξεκουραστεί και αργά το απόγευμα πάλι βρίσκονταν και κοιμούνταν μαζί μέχρι το πρωί, δεν βαριούνταν ο ένας τον άλλον. Πάντα είχαν κάτι να πουν, κάτι να κάνουν. Η Πελαγία αφότου γνώρισε τον γιο του, βάλθηκε να τον κερδίσει με τα γλυκά της. Πλησίαζαν τα γενέθλια του και ήθελε να του φτιάξει μια τούρτα. Θα γιόρταζε με τη μητέρα του πρώτα και την επομένη θα πήγαινε στο σπίτι του Γιάννη. Όλη της η μαεστρία μπήκε στην τούρτα αυτή που είχε τα χρώματα του ουράνιου τόξου μέσα. Όταν έφερε τον γιο του σπίτι του ο Γιάννης, του εμφάνισαν την τούρτα με 5 κεράκια και το παιδί πολύ χάρηκε και αυθόρμητα, αφού φύσηξε τα κεράκια αγκάλιασε την Πελαγία και τον πατέρα του, και τους χάρισε το χαμόγελό του. Ήταν καλόβολο παιδί, ο Αντωνάκης, δεν είχε ξεσπάσματα ιδιαίτερα. Ο Γιάννης τον αγαπούσε πολύ και η Πελαγία το αποδέχτηκε αυτό και τον αγάπησε κι αυτή με τη σειρά της. 

  Ποιος θα το έλεγε ότι το καλοκαίρι αυτό θα έβρισκε την Πελαζί ερωτευμένη με άντρα χωρισμένο με παιδί; Η μητέρα της έπεσε από τα σύννεφα και ήθελε αμέσως να χωρίσουν μόλις η κόρη της της το ξεφούρνισε. Η κυρα- Αλεξάνδρα κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό. Κι αυτή χωρισμένη χρόνια αλλά ποτέ δεν είχε σκεφτεί να φτιάξει τη ζωή της ξανά. «Τι έκφραση κι αυτή; Να φτιάξω τη ζωή μου λες κι είναι χαλασμένη. Μια χαρά περνάω και χωρίς άντρα. Τι δηλαδή, ότι οι γυναίκες δεν μπορούν να τα καταφέρουν μόνες τους, ας γελάσω χα», σκεφτόταν η κυρα- Αλεξάνδρα. Κατά βάθος, η Πελαγία τη θαύμαζε τη μητέρα της παρόλο που της έσπαγε τα νεύρα με την γκρίνια της. Δεν μπορούσε βέβαια να καταλάβει γιατί η κυρά Αλεξάνδρα ήθελε να παντρευτεί η Πελαγία και να κάνει παιδιά όπως- και- δήποτε, αφού η ίδια είχε καεί από τον άντρα της. «Βλέποντας και κάνοντας μάνα, δεν θέλω να πιεστώ. Βρήκα έναν άντρα που με λατρεύει, μπορεί να παντρευτούμε μπορεί και όχι. Μπορεί να κάνουμε παιδί μαζί, μπορεί και όχι. Σημασία έχει ότι είμαι ευτυχισμένη!» είπε με θάρρος η Πελαγία στη μάνα της κατά τη διάρκεια της ολιγοήμερης επίσκεψής της στην Αθήνα. Η κυρα –Αλεξάνδρα συνοφρυώθηκε. Αλλά δεν μπορούσε να πει κάτι. Πραγματικά την έβλεπε χαρούμενη και χαιρόταν κι αυτή. 

  Η μοίρα τους έπαιξε περίεργο παιχνίδι τον χειμώνα που ήρθε. Η πρώην του Γιάννη αρρώστησε βαριά με καρκίνο και η Πελαγία αναλάμβανε όλο και περισσότερο το παιδί μαζί με τον αγαπημένο της. Τα πρώην πεθερικά του Γιάννη δεν ήθελαν την Πελαγία αλλά είχαν να ασχοληθούν με την υγεία της κόρης τους κι έτσι την ανέχονταν. Ώσπου έγινε αυτό που φοβούνταν. Η πρώην του άφησε την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο. Το παιδί συντετριμμένο κι η Πελαγία να προσπαθεί να το παρηγορήσει και να το στηρίξει. Ο Γιάννης την αγάπησε ακόμα περισσότερο και η σχέση τους ωρίμασε απότομα. Στο μυαλό του είχε να την παντρευτεί και να μεγαλώσουν το παιδί μαζί αλλά τα πρώην πεθερικά του ήθελαν να το κρατήσουν αυτοί. Δεν ήξερε τι να κάνει… Θα συμβουλευόταν δικηγόρο. Πάντως, την Πελαγία θα την παντρευόταν, ο κόσμος να χαλάσει. Έψαχνε ήδη δαχτυλίδι όταν η Πελαγία τον πήρε τηλέφωνο. «Έλα γρήγορα, έχω να σου πω κάτι». Για πότε βρέθηκε δίπλα της; «Τι έγινε;», την ρώτησε με αγωνία. «Είμαι έγκυος!» του  ανακοίνωσε με ενθουσιασμό. Η χαρά τους απερίγραπτη. Ο Γιάννης την αγκάλιασε σφιχτά και την ζήτησε αυθόρμητα σε γάμο. Ένα νέο κεφάλαιο, γλυκό σαν σοκολάτα, άνοιξε στη ζωή τους… 


(δημοσιεύτηκε στο τεύχος Ιουνίου 2023 του Storywits)

ΣΑΝ ΣΟΚΟΛΑΤΑ -Μέρος Πρώτο

  Η Πελαγία απολάμβανε το προφιτερόλ της καθισμένη στο παγκάκι με θέα τη λίμνη. Περαστικοί βόλταραν πάνω κάτω, πιο πέρα τα καραβάκια πήγαιναν επισκέπτες στο νησάκι κι απέναντι ήταν οι άμαξες με τα άλογα που περίμεναν για παραμυθένιες βόλτες γύρω από το κάστρο και τη λίμνη. Ο καιρός ανοιξιάτικος. Η Πελαγία κάθε φορά που είχε άγχος ή στεναχώρια ή κούραση ή μελαγχολία ξέσπαγε σε γλυκά. Έφτιαχνε και η ίδια αλλά φυσικά σαν τα γλυκά των ζαχαροπλαστείων δεν ήταν. Σήμερα την αναστάτωσε η μάνα της…από το τηλέφωνο. Πάλι γκρίνιαζε που δεν είχε ακόμα παντρευτεί και δεν είχε ακόμα κάνει παιδιά και «πότε επιτέλους θα έχω ένα εγγόνι να σε βοηθήσω να το μεγαλώσεις; Τώρα που μπορώ, γιατί αν το κάνεις σε δέκα χρόνια δεν εγγυώμαι ότι θα έχω δυνάμεις να τρέχω από πίσω του». 

  Ουφ. Τι πίεση. Ακόμα δεν είχε βρει κατάλληλο άντρα κι έπρεπε να σκεφτεί και για παιδιά; Ε δεν την πήραν και τα χρόνια. 35 χρονών ήταν, φιλόλογος. Έκανε ιδιαίτερα και φυσικά έκανε τα χαρτιά της κάθε χρόνο για αναπληρώτρια εκεί γύρω, χωρίς επιτυχία… δεν ήθελε να φύγει μακριά από τα Γιάννενα. Της άρεσε η πόλη αυτή. Κι ας είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στην Αθήνα. Σπούδασε στα Γιάννενα, πολύ δύσκολη η σχολή της Φιλολογίας εδώ, απαιτητικοί οι καθηγητές και ειλικρινά αν δεν ήταν η πρώτη της επιλογή θα τα είχε παρατήσει από το πρώτο εξάμηνο. Τώρα τελείωσε και το μεταπτυχιακό της στην ειδική αγωγή. Ήταν σκεπτική για το αν της αρέσει να δουλεύει με μαθησιακές δυσκολίες αλλά τι στο καλό, ένα χαρτί παραπάνω δεν βλάπτει ποτέ. «Παρ’ το, κάπου θα χρησιμεύσει» της είπε κι η μητέρα της. Ήταν της μόδας η ειδική αγωγή τα τελευταία χρόνια και ίσως τώρα βρει δουλειά από Σεπτέμβρη. Μόλις είχε κάνει τα χαρτιά της για αναπληρώτρια ειδικής αγωγής. Ήλπιζε να βρει κάποια θέση σε τμήμα ένταξης... Προς το παρόν χαιρόταν το ηλιοβασίλεμα στη λίμνη με τα ζεστά χρώματα στα σύννεφα να φωτίζουν την ψυχή της. Η καλύτερη ώρα της ημέρας, η πιο γλυκιά!, σκέφτηκε λιώνοντας τη τελευταία μπουκιά της λαχταριστής σοκολάτας από το προφιτερόλ στο στόμα της.

  Ήταν Κυριακή και καμία φίλη της δεν ήταν διαθέσιμη καθώς είχαν βγει είτε με τον σύντροφό τους είτε με τον άντρα τους. Μόνο αυτή ήταν αδέσμευτη. Ελεύθερη κι ωραία, παρηγοριόταν η Πελαγία. «Πελαζί! Πού είσαι κούκλα μου;», την έβγαλε από τις σκέψεις η καλύτερή της φίλη, η Άννα που ερχόταν με το αγόρι της. «Πάλι γλυκό έτρωγες;», είπε βλέποντας το μπολάκι και το κουταλάκι. «Τι τυχερή που δεν βάζεις γραμμάριο!», της πέταξε τη φιλοφρόνηση με ζήλεια. Η Άννα ήταν με καμπύλες πάνω από 70 κιλά με όμορφο, νεανικό πρόσωπο. Συνοδευόταν από τον Μάκη, έναν κούκλο μετρίου αναστήματος γυμνασμένο. Γνωρίστηκαν στο γυμναστήριο. Η Άννα είχε πάει για πιλάτες και αυτός για τα όργανα. Η Άννα μπήκε κατά λάθος στα αποδυτήρια των αντρών τη στιγμή που άλλαζε ο Μάκης μπλούζα. Θα πρέπει να τον έκανε χάζι αρκετά δευτερόλεπτα γιατί αυτός ενώ ενοχλήθηκε στην αρχή, μετά της χαμογέλασε και την ρώτησε αν θέλει κάτι. Η Άννα δε μάσησε τα λόγια της, «Θέλω» του είπε. «Θέλω να βγούμε για έναν καφέ». Αυτό ήταν. Είναι μαζί  6 μήνες τώρα.

 «Έλα μαζί μας, θα πάμε για τσιπουροκατάσταση». Η Πελαγία δεν ήταν του τσίπουρου, αποφάσισε ότι θα έπινε κρασί, γιατί να κακοκαρδίσει τη φίλη της;  «Οκ! Πάμε». Περπατούσανε μιλώντας οι δυο φίλες μπροστά κι ο Μάκης δυο βήματα πιο πίσω. «Γλώσσα δεν βάλατε μέσα, λες και έχετε να βρεθείτε βδομάδες, κάθε μέρα σχεδόν μιλάτε στο viber». «Ε τώρα τα λέμε και από κοντά!» είπαν γελώντας ανάλαφρα. Έκατσαν σε ένα τσιπουράδικο στον πεζόδρομο της παλιάς πόλης. Η βραδιά κυλούσε ήρεμα και με τα αστεία της Άννας περνούσαν ευχάριστα. Ώσπου ο σερβιτόρος φέρνοντας ένα μπουκάλι νερό που είχαν ζητήσει, κάνει μια άγαρμπη κίνηση και του πέφτει θεαματικά ο δίσκος με τις παραγγελίες του διπλανού τραπεζιού στο κεφάλι της Πελαγίας. Η Πελαγία ήταν σαν βρεγμένη γάτα λουσμένη από την κορφή ως τα νύχια με λευκό κρασί. Η Άννα κι ο Μάκης δεν ήξεραν τι να πρωτοκάνουν, να γελάσουν με το σκηνικό, να θυμώσουν με τον σερβιτόρο ή να συμπαρασταθούν στην φίλη τους; Η Πελαγία ήθελε απλά να βάλει τα κλάματα. Ο σερβιτόρος απολογούταν συνεχώς και μετά από λίγο ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού ζήτησε κι αυτός συγνώμη και κέρασε την Πελαγία το κόκκινο ημίγλυκο κρασί που έπινε. Η βραδιά έληξε άδοξα για την Πελαγία με τους φίλους της να την παρηγορούν λέγοντας της «Γούρι! Γούρι!». Πουθενά δεν έβλεπε γούρι αυτή. Όλα στραβά της πήγαιναν. Στο δυαράκι που νοίκιαζε χώθηκε γρήγορα στην ντουζιέρα να βγάλει από πάνω της τη μυρωδιά του κρασιού. Το νερό παράσερνε και τα δάκρυά της. Μα όπως είπε και η Σκάρλετ στο Όσα παίρνει ο άνεμος «Αύριο είναι μια καινούρια μέρα…». 

  Συνέχισε τα ιδιαίτερα κι ήρθε το καλοκαίρι με την Πελαγία να πηγαίνει μονοήμερες στις υπέροχες παραλίες της Πρέβεζας με τις φίλες της. Ανυπομονούσε να βγουν οι πίνακες ειδικής αγωγής και πραγματικά όταν βγήκαν αναπτερώθηκαν οι ελπίδες της. Τον Αύγουστο έμαθε ότι την πήραν αναπληρώτρια στην Άρτα. Πήρε τηλέφωνο χαρούμενη τη μητέρα της η οποία όμως άρχισε πάλι την γκρίνια, και πώς θα πηγαινοέρχεσαι; Και καλύτερα να νοικιάζεις στην Άρτα. Η Πελαγία πελάγωσε. Και φυσικά έφτιαξε στα γρήγορα ένα mug cake σοκολάτας. Να γλυκαθεί λίγο. Πήρε τηλέφωνο την Άννα για να βρεθούν. Η Άννα τη συμβούλεψε να δοκιμάσει το πήγαινε έλα στην αρχή με κάποιο γκρουπ και βλέποντας και κάνοντας. Αυτό θα έκανε. Θα έβρισκε γκρουπ. Έδωσε το τηλέφωνό της στα γραφεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας και περίμενε μέχρι να ξεκινήσει η δουλειά μήπως βρεθεί κάποιος. Κι έτσι κι έγινε...

 Η συνέχεια στο Δεύτερο Μέρος, στην αμέσως επόμενη ανάρτηση.

(δημοσιευμένο στο τεύχος Ιουνίου 2023 του Storywits)

WELCOME μήνυμα


Καλωσήρθατε στο ιστολόγιο μου.

Ανακάλυψα εδώ και καιρό ότι μου αρέσει να γράφω και θέλω να μοιραστώ μαζί σας τις ιστορίες μου.

Αλλά πάντα για να γράψεις πρέπει πρώτα να έχεις διαβάσει αρκετά! Από μικρή ήμουν αφοσιωμένη στα βιβλία. Διάβαζα με τις ώρες. Κρατούσα ένα βιβλίο ακόμα κι όταν έτρωγα. Διάβαζα ό,τι έπεφτε στα χέρια μου. Χωρίς να έχουν γνώσεις οι δικοί μου από λογοτεχνία, ωστόσο δεν είχαν κι άρνηση, δεν μπορούσαν να με κατατοπίσουν και να με μυήσουν σε κλασικούς συγγραφείς ή σε βιβλία γνωστά την εποχή εκείνη, οπότε κι εγώ σε όποιο συγγενικό ή φιλικό σπίτι βρισκόμουν, πάντα έψαχνα τι βιβλία υπάρχουν. Έτσι, διάβασα και Ντοστογιέφσκι, το Έγκλημα και Τιμωρία, για το οποίο έγραψα και εργασία στο Γυμνάσιο, και το Ρεβέκκα της Δάφνη Ντι Μωριέ που νόμιζα ότι είναι μια ρομαντική, λυπητερή ιστορία αλλά ήταν θρίλερ, εκπλήσσοντάς με. Επίσης, διάβασα ως έφηβη, το Αυγό της έχιδνας της Λίτσας Ψαραύτη, ιστορία για το AIDS που με είχε σοκάρει. Στην Κρήτη, από όπου κατάγομαι και πηγαίναμε πάντα τα καλοκαίρια, διάβασα τον Ερωτόκριτο σε πολύ παλιά σκληρόδετη έκδοση που είχε ο γείτονάς μας και ξετρελάθηκα, είναι ακόμα το αγαπημένο μου ανάγνωσμα. Ακόμα, ένα ανάγνωσμα που με παρακίνησε να σπουδάσω Ψυχολογία, ήταν το Είμαι όκεϋ-είσαι όκεϋ του Τόμας Χάρρις.

Για μένα, τα βιβλία είναι θησαυρός. Βάλσαμο ψυχής. Εργαλεία διαμόρφωσης τρόπου σκέψης. Είναι συντροφιά που περιμένει καρτερικά να ασχοληθείς μαζί της και που ακόμα και όταν δεν είσαι κοντά της, σε έχει επηρεάσει και την σκέφτεσαι. Είναι τόσο ανακουφιστικό σε έναν κόσμο γεμάτο απογοητεύσεις και ματαιώσεις να ξέρεις ότι με ένα βιβλίο θα ταξιδέψεις, θα γελάσεις, θα δακρύσεις, θα ξεχάσεις τις δυσκολίες σου, θα μάθεις κάτι καινούριο, θα δεις διαφορετικά την πραγματικότητά σου, θα βρεις ίσως απαντήσεις σε ερωτήματά σου και θα αισθανθείς ότι και κάποιος άλλος έχει τις ίδιες ανησυχίες ή σκέψεις με εσένα. Είναι πολύτιμα και για αυτό τα προσέχω: Δεν τσακίζω τις σελίδες τους, δεν τα λερώνω με φαγητό και δεν γράφω πάνω τους. Φυσικά, όταν δανείζω βιβλίο, περιμένω να μου επιστραφεί. Και όπως καταλαβαίνετε, μύησα και τους δύο γιους μου στον φανταστικό κόσμο των βιβλίων από ηλικία βρεφική κιόλας. Είναι σημαντικό για τα παιδιά να ακούνε ιστορίες και να τους διαβάζουμε παραμύθια με εικόνες. Πέρα από τα μηνύματα που κουβαλάει μια ιστορία και τις ευκαιρίες για συζήτηση, είναι φοβερός τρόπος να περνάς ποιοτικό χρόνο μαζί τους, γελώντας με την φωνή που χρησιμοποιείς για να αφηγείσαι ή με κάποιες φράσεις του κειμένου που σας κάνουν εντύπωση και τις επαναλαμβάνετε.

Συνεχίζω να διαβάζω ακόμα, με αμείωτο ενδιαφέρον: Από μυθιστορήματα "της παραλίας", όπως τα ονομάζω, γιατί τα διαβάζω τα καλοκαίρια, τα οποία βασίζονται σε έναν κεντρικό ήρωα που παλεύει με τα συναισθήματα του και τα εμπόδια που του φέρνει η ζωή ή ένας εχθρός του και στο τέλος έρχεται η κάθαρση, καθώς ο ήρωας βρίσκει τρόπο να παρακάψει τις δυσκολίες... Σε βιβλία αυτογνωσίας και αυτοβελτίωσης ή γονεϊκότητας, βιβλία βασισμένα σε αληθινές ιστορίες, ψυχολογικά θρίλερ, εφηβική λογοτεχνία και βιβλία που μιλούν για άλλες κουλτούρες. Πρόσφατο αγαπημένο μου είναι το βιβλίο "Η βιβλιοθήκη των κρυφών ονείρων" της Michiko Aoyama.

Άλλο όμως το να είσαι αναγνώστης και άλλο το να είσαι πίσω από τις λέξεις και να πλάθεις εσύ τους χαρακτήρες. Η δύναμη των λέξεων και η φαντασία με ελκύουν από μικρή που σκάρωνα ποιήματα λόγω βαρεμάρας στην αυλή του σπιτιού μας στην Κρήτη ή τότε που γράψαμε στο τετράδιο με τον αδελφό μου δικιά μας ιστορία με ήρωες μια παρέα παιδιών. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου συγγραφέα (ακόμα) αλλά σίγουρα θα ήθελα να γράψω ένα βιβλίο. Για την ώρα γράφω διηγήματα.

Σας προσκαλώ να διαβάσετε τα κείμενά μου και να μοιραστείτε κι εσείς μαζί μου τις αναγνωστικές ή συγγραφικές σας εμπειρίες.

Η Περιπέτεια του Βρεκουάξ (παραμύθι)

  Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα βατραχάκι που πολύ του άρεσε να τσαλαβουτά στα νερά και να χοροπηδά στις πέτρες και τα βράχια και μετά μπ...

Back to Top