Ο Γιάννης ήταν δάσκαλος που έμενε Γιάννενα, και διορίστηκε Άρτα πέρυσι. Χωρισμένος με ένα παιδί, ερωτεύτηκε την Πελαγία σχεδόν το πρώτο λεπτό. Η Πελαγία είχε το νου της αλλού-στη δουλειά που θα πρωτοξεκινούσε- και δεν πήρε χαμπάρι. Στο γκρουπ ήταν τέσσερα άτομα, οι τρεις με αυτοκίνητο. Μόνο η Πελαγία ενώ ήξερε να οδηγεί, δεν είχε αξιωθεί να πάρει αυτοκίνητο. Ο Γιάννης έδειξε προθυμία από την αρχή να την πηγαινοφέρνει στο σημείο συνάντησης, μιας και έμεναν σχετικά κοντά. Χρειάστηκε να περάσουν δυο μήνες για να καταλάβει η Πελαγία το ειλικρινές ενδιαφέρον του Γιάννη. Πάντα την άκουγε προσεκτικά, πάντα την πρόσεχε όταν έβρεχε, να την αφήνει ακριβώς έξω από την πόρτα του σχολείου ή του σπιτιού της και πάντα τη ρώταγε πώς ήταν η μέρα της. Ο Γιάννης δεν της άρεσε εμφανισιακά. Είχε ήδη αρχίσει να χάνει τα μαλλιά του. Και δεν ήταν και ψηλός. Αλλά είχε κάτι το απροσδιόριστο πάνω του που τον έκανε προσιτό και ήταν φιλικός και παρών στη ζωή της. Αποφάσισε, αφού φυσικά το συζήτησε με την Άννα, να του δώσει μια ευκαιρία. Βγήκαν για έναν καφέ το Σάββατο. Πήγε αναπάντεχα καλά. Ο καφές έγινε φαγητό και το φαγητό γλυκό και το γλυκό, ποτό και πέρασε όλο το Σάββατο με τους δυο τους να μιλάνε και να γελάνε και να κοιτιούνται στα μάτια και στο τέλος ο Γιάννης δεν άντεξε. Της κράτησε το χέρι σφιχτά, το χάιδεψε, η Πελαγία δεν το τράβηξε, κι ο Γιάννης έκανε την πρώτη κίνηση και την φίλησε εκεί στο μπαρ. Η Πελαγία ένιωσε ηλεκτρικό ρεύμα να την διαπερνά. Τα χείλη του ζεστά, τρυφερά, το φιλί του γλυκό και παθιάρικο ταυτόχρονα. Πολλά υποσχόμενο. Τι κι αν είχε ήδη ένα παιδί; Αυτός 44, αυτή 35 και το παιδί 4. Θα μπορούσε να λειτουργήσει όλο αυτό; Η πρώην του και το παιδί τους και αυτή στη μέση; Η σκέψη της προτρέχει. Ο Γιάννης κατάλαβε τους ενδοιασμούς της και την πήρε αγκαλιά. Μια αγκαλιά που της έδωσε δύναμη. Μαζί θα τα καταφέρουν.
Η Άννα ψοφούσε για λεπτομέρειες. Η φίλης της έλαμπε κυριολεκτικά. Τι κι αν ξύπναγε από τις 5.30 κάθε πρωί κι έφτανε σπίτι της μετά τις 3μμ; Είχε μια ενέργεια που δεν την είχε ξαναδεί πάνω της. «Βρε τι σου κάνει ο έρωτας;» την πείραζε καλοπροαίρετα κι η Πελαζί κοκκίνιζε.
Στους τρεις μήνες σχέσης ο Γιάννης αποφάσισε να συστήσει την κοπέλα του στην πρώην του και στο παιδί τους. Δεν ήταν πετυχημένη συνάντηση αλλά κράτησαν όλοι τους τύπους. Το παιδί ήταν κολλημένο πιο πολύ στη μητέρα του, ο Γιάννης τον έπαιρνε σπίτι του κάθε 15 μέρες και στις γιορτές και περνούσαν ωραία αλλά δεν είχαν ακόμα το δέσιμο που θα ήθελε σαν πατέρας με γιο.
Η μητέρα της Πελαγίας δεν ήξερε τίποτα για τη σχέση της κόρης της. Όλο δικαιολογίες ότι κουράζεται πέρα δώθε στην Άρτα έβρισκε η Πελαγία και για αυτό δεν πήγαινε Αθήνα να δει τη μάνα της. «Ποιος την ακούει τώρα την κυρα-Αλεξάνδρα με την γκρίνια της;», σκεφτόταν και κούρνιαζε στην αγκαλιά του Γιάννη. Η σχέση τους άνθιζε. Παρόλο που ήταν μια ώρα το πρωί μαζί στο αυτοκίνητο, μια ώρα το μεσημέρι στην επιστροφή, μετά ο καθένας σπίτι του να ξεκουραστεί και αργά το απόγευμα πάλι βρίσκονταν και κοιμούνταν μαζί μέχρι το πρωί, δεν βαριούνταν ο ένας τον άλλον. Πάντα είχαν κάτι να πουν, κάτι να κάνουν. Η Πελαγία αφότου γνώρισε τον γιο του, βάλθηκε να τον κερδίσει με τα γλυκά της. Πλησίαζαν τα γενέθλια του και ήθελε να του φτιάξει μια τούρτα. Θα γιόρταζε με τη μητέρα του πρώτα και την επομένη θα πήγαινε στο σπίτι του Γιάννη. Όλη της η μαεστρία μπήκε στην τούρτα αυτή που είχε τα χρώματα του ουράνιου τόξου μέσα. Όταν έφερε τον γιο του σπίτι του ο Γιάννης, του εμφάνισαν την τούρτα με 5 κεράκια και το παιδί πολύ χάρηκε και αυθόρμητα, αφού φύσηξε τα κεράκια αγκάλιασε την Πελαγία και τον πατέρα του, και τους χάρισε το χαμόγελό του. Ήταν καλόβολο παιδί, ο Αντωνάκης, δεν είχε ξεσπάσματα ιδιαίτερα. Ο Γιάννης τον αγαπούσε πολύ και η Πελαγία το αποδέχτηκε αυτό και τον αγάπησε κι αυτή με τη σειρά της.
Ποιος θα το έλεγε ότι το καλοκαίρι αυτό θα έβρισκε την Πελαζί ερωτευμένη με άντρα χωρισμένο με παιδί; Η μητέρα της έπεσε από τα σύννεφα και ήθελε αμέσως να χωρίσουν μόλις η κόρη της της το ξεφούρνισε. Η κυρα- Αλεξάνδρα κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό. Κι αυτή χωρισμένη χρόνια αλλά ποτέ δεν είχε σκεφτεί να φτιάξει τη ζωή της ξανά. «Τι έκφραση κι αυτή; Να φτιάξω τη ζωή μου λες κι είναι χαλασμένη. Μια χαρά περνάω και χωρίς άντρα. Τι δηλαδή, ότι οι γυναίκες δεν μπορούν να τα καταφέρουν μόνες τους, ας γελάσω χα», σκεφτόταν η κυρα- Αλεξάνδρα. Κατά βάθος, η Πελαγία τη θαύμαζε τη μητέρα της παρόλο που της έσπαγε τα νεύρα με την γκρίνια της. Δεν μπορούσε βέβαια να καταλάβει γιατί η κυρά Αλεξάνδρα ήθελε να παντρευτεί η Πελαγία και να κάνει παιδιά όπως- και- δήποτε, αφού η ίδια είχε καεί από τον άντρα της. «Βλέποντας και κάνοντας μάνα, δεν θέλω να πιεστώ. Βρήκα έναν άντρα που με λατρεύει, μπορεί να παντρευτούμε μπορεί και όχι. Μπορεί να κάνουμε παιδί μαζί, μπορεί και όχι. Σημασία έχει ότι είμαι ευτυχισμένη!» είπε με θάρρος η Πελαγία στη μάνα της κατά τη διάρκεια της ολιγοήμερης επίσκεψής της στην Αθήνα. Η κυρα –Αλεξάνδρα συνοφρυώθηκε. Αλλά δεν μπορούσε να πει κάτι. Πραγματικά την έβλεπε χαρούμενη και χαιρόταν κι αυτή.
Η μοίρα τους έπαιξε περίεργο παιχνίδι τον χειμώνα που ήρθε. Η πρώην του Γιάννη αρρώστησε βαριά με καρκίνο και η Πελαγία αναλάμβανε όλο και περισσότερο το παιδί μαζί με τον αγαπημένο της. Τα πρώην πεθερικά του Γιάννη δεν ήθελαν την Πελαγία αλλά είχαν να ασχοληθούν με την υγεία της κόρης τους κι έτσι την ανέχονταν. Ώσπου έγινε αυτό που φοβούνταν. Η πρώην του άφησε την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο. Το παιδί συντετριμμένο κι η Πελαγία να προσπαθεί να το παρηγορήσει και να το στηρίξει. Ο Γιάννης την αγάπησε ακόμα περισσότερο και η σχέση τους ωρίμασε απότομα. Στο μυαλό του είχε να την παντρευτεί και να μεγαλώσουν το παιδί μαζί αλλά τα πρώην πεθερικά του ήθελαν να το κρατήσουν αυτοί. Δεν ήξερε τι να κάνει… Θα συμβουλευόταν δικηγόρο. Πάντως, την Πελαγία θα την παντρευόταν, ο κόσμος να χαλάσει. Έψαχνε ήδη δαχτυλίδι όταν η Πελαγία τον πήρε τηλέφωνο. «Έλα γρήγορα, έχω να σου πω κάτι». Για πότε βρέθηκε δίπλα της; «Τι έγινε;», την ρώτησε με αγωνία. «Είμαι έγκυος!» του ανακοίνωσε με ενθουσιασμό. Η χαρά τους απερίγραπτη. Ο Γιάννης την αγκάλιασε σφιχτά και την ζήτησε αυθόρμητα σε γάμο. Ένα νέο κεφάλαιο, γλυκό σαν σοκολάτα, άνοιξε στη ζωή τους…
(δημοσιεύτηκε στο τεύχος Ιουνίου 2023 του Storywits)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου